Αρχείο

Tag Archives: τουαλέττα

Νωρίς το πρωί στα Έβερεστ του σιδηροδρομικού σταθμού Λαρίσης ένας κάπως ασουλούπωτος άντρας γίνεται ήρωας γιατί έπιασε ένα αποπροσανατολισμένο περιστέρι που είχε μπει κατά λάθος μέσα στο μαγαζί και το έβγαλε έξω. Ο συνδυασμός της αρχετυπικής εικόνας των χεριών που ανοίγουν για ν’ αφήσουν ένα πουλί να πετάξει, ο ήχος των φτερών και κυρίως το ότι κανένας απ’ όσους κάθονταν στα γύρω τραπέζια δεν είχε αγγίξει ποτέ κάποιος ζώο εκτός από σκύλο, γάτα (ίσως και χάμστερ) και δεν μπορούσε να φανταστεί πώς καταφέρνει κανείς να πιάσει ένα πουλί τους έδινε πρόσβαση σε ένα θαύμα. Όλοι χαμογέλασαν – οι περισσότεροι χαμογέλασαν και με τα μάτια.

Αμέτρητα άλλα θαύματα τριγύρω χασμουρήθηκαν νωχελικά και στριφογύρισαν κάτω απ’ τα λευκά σεντόνια τους. Παρ’ όλο που ήταν καλυμμένα, αρκετά απ’ αυτά είχαν πάνω τους ένα λεπτό στρώμα σκόνης. Κάποια, αυτά που στριφογύριζαν κυρίως, περίμεναν με ανυπομονησία τ’ αποκαλυπτήρια, κάποια δεν το σκέφτονταν, και κάποια δεν περίμεναν πια (τα δύο τελευταία είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους γιατί το να μην περιμένει κανείς πια είναι ένα ιδιαίτερο είδος ανθεκτικής αναμονής). Μερικά απλώς κοιμόντουσαν. Ήταν ακόμα πολύ νωρίς το πρωί.

Είχε ξημερώσει αλλά δεν είχε βγει ο ήλιος. Ο ουρανός είχε περίπου το ίδιο χρώμα με το πεζοδρόμιο. Οι άνθρωποι που μόλις είχαν κατέβει απ’ το τραίνο ήταν χωρισμένοι σε δυο μεγάλες κατηγορίες: σ’ αυτούς που κουβαλούσαν βαλίτσες με ροδάκια και στους άλλους, με τα σακκίδια στην πλάτη. Έξω απ’ το τζάμι όμως ήταν χωρισμένοι σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: σ΄ αυτούς που πετούσαν φαγητό στα σκουπίδια, σ’ αυτούς που έψαχναν φαγητό στα σκουπίδια και στους ταξιτζήδες που έψαχναν πελάτες. Όσοι έκαναν αυτή τη δουλειά για πολύ καιρό είχαν κίτρινα δάχτυλα επειδή με τα χρόνια το ταξί ξέβαφε πάνω τους καθώς ανοιγόκλειναν το πορτ μπαγκάζ και την πόρτα.

Όμως και μέσα και έξω, πριν κανείς διακρίνει οποιαδήποτε άλλη κατηγοριοποίηση έβλεπε πως οι άνθρωποι ήταν χωρισμένοι σε άντρες και γυναίκες, με αυτή τη σειρά μάλιστα. Το έβλεπε τόσο νωρίτερα από οτιδήποτε άλλο που ξεχνούσε πως το είχε δει (π.χ. «ένας ασουλούπωτος άνδρας») σχεδόν αμέσως, μόλις κάτι άλλο, οτιδήποτε (ένα ζευγάρι παπούτσια, ένα κουλούρι, ένα γκραφφίτι, μία πατημένη τσίχλα, ένα λεωφορείο), έπαιρνε τη θέση του χωρίς να χρειαστεί καν να περιμένει στην ουρά ή να σπρώξει.

Ένα πάτωμα πιο πάνω, όμως, στις τουαλέττες, ο γέρος που καθόταν απ’ έξω ρυθμίζοντας την κίνηση και διαμοιράζοντας χαρτί υγείας με την ελπίδα να βγάλει ό,τι έχουμε ευχαρίστηση ερχόταν αντιμέτωπος με την Ε. που ήταν μια γυναίκα με βαρειά φωνή, φτωχό μπαμπά και τον λάθος εξοπλισμό την οποία ο κόσμος συνήθως αντιμετώπιζε ως έναν άντρα ντυμένο με γυναικεία ρούχα, και σ’ ένα άλλο κομμάτι της ιστορίας ένα απ’ τα θαύματα που δεν περίμεναν πια κρυμμένο κάτω από ένα σεντόνι. Για το γέρο βέβαια ήταν κυρίως ένα λογικό πρόβλημα: κοιτούσε τις δυο πόρτες μπροστά του και δεν ήξερε προς ποια να δείξει, σκόνταφτε πάνω στους περιορισμούς του δυϊσμού και της νεκρικής ακαμψίας του κοινωνικού φύλου χωρίς να ξέρει τι είναι όλα αυτά, και ευχόταν να είχε πιει λίγο παραπάνω καφέ και να ήταν λίγο πιο αργά το πρωί.

Η Ε. ήξερε αναγκαστικά αρκετά περισσότερα για όλα αυτά, αλλά επειδή ζούσε σ’ έναν πολύ χειρότερο κόσμο απ’ ότι οι περισσότεροι επιβάτες του τραίνου τελευταία είχε αποφασίσει να μιλάει και να γελάει αποκλειστικά δυνατά για να μην ακούει τη μαλακία του καθ’ ενός και να μην παίρνει και πολλά πράγματα στα σοβαρά. Έλυσε το πρόβλημα του γέρου πηγαίνοντας στην τουαλέττα που άδειασε πρώτη και καθώς τελείωνε το κατούρημα σκέφτηκε για μια στιγμή πως ο ουρανός σήμερα είχε το ίδιο χρώμα με το πεζοδρόμιο και μετά θυμήθηκε το στιγμιότυπο με το περιστέρι.

Advertisements

Αγαπητό καταραμένο φίδι,

Δε με νοιάζει να σου αρέσει το γράμμα μου, να το γράψω θέλω. Έτσι κι αλλοιώς δεν νομίζω να σου γράφουν και πολλοί.

Αν δεν γνωρίζω τη νεράιδα της Σταχτοπούτας πώς μπορώ να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου; Πάει καιρός που η αλήθεια των άλλων δεν [θα ήθελα να] είναι το προφανές. Γιατί λοιπόν να είναι η δική μου μύτη; [Κατα το: –ω, η θλίψη είναι state of mind, δεν είναι αληθινή, χαχά, ναι, μπορείς να την κάνεις καλά, να την κάνεις μπαλόνι με αϋπνία και να τη δέσεις κόμπο! (–Κι η χαρά τότε; Ε; Δε μιλά κανείς. Δε συμφέρει.)] Το βάθος δεν μπορεί παρά να είναι ίδιο για όλους, είτε περπατάνε με τσόκαρα στα Κάτω Πατήσια, είτε χορεύουν Courante. Νομίζω πως είτε έτσι θέλω να νομίζω, λόγω αληθινής λευκότητας, είτε έτσι είναι – παρ’ όλο που δεν με συμφέρει ούτε να είναι, ούτε να το νομίζω. Μάλλον δεν είναι. Ναιναί. Ράλαλα. Είπα την αλήθεια κι έκανα το λάθος να τη μεγαλώσω για να γεμίσει να γεμίσει να γεμίσει τον κόσμο. Έσκασε σα μπαλόνι. Παφ. Τώρα ανοίγω κρυφά μια μικρή τρύπα στα μπαλόνια με το ένα δόντι, και ρουφάω τον αέρα για νά ‘ναι λίγο τζούφια. [–Γιατί είναι έτσι φουσκωμένα τα μάγουλά σου; –Μου αρέσουν οι τρομπέτες!] Αννέττα-τρομπέτα, κούνα τ’ αυτιά σου και πέτα!

Κατά τα άλλα, όλα βαίνουν καλώς. Ένα στρώμα κι ένα σεντόνι πήραν τη θέση της κουρτίνας με τη βοήθεια μιας βαλίτσας, κι η βρώμα ηττήθηκε. Οι πυροβολισμοί διαδέχονται τον Couperin, τα κακά αγγλικά διαδέχονται τα καλά αγγλικά, τα ελληνικά διαδέχονται τα ισπανικά, και το τέρας στο νιπτήρα κάνει γαργάρες με τσάι μέντας με γεύση δυόσμου. Στο καλοριφέρ αρχίζουν να συνωστίζονται οι κάλτσες. Οι οργασμοί δεν είναι πια μοναχική υπόθεση. Στη ντουζιέρα με περιμένουν. Στο διάδρομο τα ποδήλατα. Πάντα θα βρέξει.

Με νοιάζουν πιο πολύ απ’ όσο θα έπρεπε τα κορίτσια που δεν αγαπούν, αλλά πιο πολύ με νοιάζω εγώ τώρα, πιο πολύ κι απ’ τη νεράιδα της Σταχτοπούτας. [Τώρα πια με νοιάζω εγώ πιο πολύ γιατί] κατέληξα μια φορά σ’ ένα μέρος όπου κανείς δεν πρέπει να πάει, όπου ο ουρανός κι ο ήλιος συνωμοτούν με μαχαίρια [όχι απ’ τα ηδονικά, απ’ τ’ άλλα] κι εφιάλτες ενάντια στους ανθρώπους. Από τότε τρέμω μήπως ξαναγυρίσω εκεί, κι ύστερα φοβάμαι μήπως για να μην ξαναγυρίσω εκεί είμαι διατεθειμένη να στείλω τα κορίτσια που δεν αγαπούν εκεί [αλήθεια, μπορούν ν’ αντιληφθούν το εκεί αυτά, άραγε;] μια και δυο και τρεις κι εφτά κι όσες φορές χρειαστεί, μήπως είμαι διατεθειμένη να σκοτώσω κατσαρίδες, αράχνες – ακόμα και τη νεράιδα της Σταχτοπούτας. Αιώνιο καταραμένο φίδι, φοβάμαι, ο φόβος με μικραίνει, φοβάμαι να τα πω όλα στον πατέρα μου κι έτσι τα λέω σ’ εσένα που καταλαβαίνεις από μικρότητα. Σκότωσα μιαν αράχνη σήμερα, καταλαβαίνεις; Σκότωσα, και δεν το είπα στον πατέρα ούτε πίσω απ’ την πόρτα της τουαλέττας. Ναι, φυσικά και το ξέρει, κι εγώ το ξέρω – λες να γνωρίζω τελικά τη νεράιδα της Σταχτοπούτας και να τη μαχαιρώνω προσεκτικά κρυφά απ’ τα χέρια μου τις νύχτες;

Κάνει μουσική εδώ όταν παίρνει να βραδυάζει. Πώς είναι ο καιρός εκεί; Άρχισαν να φεύγουν τα χελιδόνια; Φίδι, κάνει μουσική εδώ, και δεν έχω χειμερινά ρούχα, θα βγάλω το χειμώνα με τα φθινοπωρινά και δεν θέλω ν’ αρρωστήσω γιατί θ’ αρχίσω να παραμιλάω και θα μου φύγει ο αέρας απ’ το στόμα, κι ύστερα θα πληγωθούν οι τρομπέτες και δεν πρέπει. Πάντα παραμιλάω όταν αρρωσταίνω. Φοβάμαι μη μου ξεφύγουν λόγια γι’ αγγέλους και τέτοια, κουβέντες υπερφωτισμένες απ’ αυτές που κάνουν τα μάτια μου να διαστέλλονται, μήπως μου ξεφύγει πως είμαι μικρή σαν εσένα, φίδι, σαν τις πατημένες τσίχλες, σαν τα χνούδια που μαζεύονται ανάμεσα στα καλώδια κάθε βδομάδα, σαν όλα τ’ άλλα κορίτσια.

Τα κοάλα μασουλάνε νωχελικά, καταραμένο. Μασουλάνε νωχελικά κι ακόμα εύχομαι να νικάνε πάντα οι καλοί και να νικάω μόνο όταν είμαι καλή, μα όποτε είμαι [μόνο] καλή χάνω, και τα μπαλόνια σκάνε και κλαίνε και με βοηθάνε να γράφω αυτοβιογραφικές ιστορίες με πορτραίτα… Κάνει μουσική όταν παίρνει να βραδυάζει εδώ, σ’ το είπα; Κάνει μουσική και ψάχνω τη ζακέτα μου και ξεχνάω, κι ίσως τελικά να είμαι καλή, ίσως να μην είμαι τσίχλα και χνούδι, ίσως να μην πειράζει να εκπνέω φως – τι άλλο να κάνω όταν φως εισπνέω; – αντί να ρουφάω τις ψυχές απ’ τα μπαλόνια, ναι, ίσως να μη σκότωσα αυτή την αράχνη, ίσως να μη χρειαστεί ποτέ [πια;] να σκοτώσω, ίσως τα κορίτσια που δεν αγαπούν να είναι από έναν άλλο κόσμο, όλους τους κόσμους θέλω να τους αγαπώ μα δεν μπορώ, δεν μπορώ, δεν μπορώ, το σώμα μου δε μου φτάνει, συγγνώμη, ίσως να είμαι ένα παραχαϊδεμένο τριαντάφυλλο που δεν έχει λόγο να γράφει γράμματα σε καταραμένα φίδια γιατί κάνει μουσική όταν βραδυάζει, κι η μουσική με κρατά και μ’ αγκαλιάζει, [κάνε πατέρα να μην αγαπάει τους κακούς η μουσική…],

νά, του μίλησα του πατέρα, τώρα το γράμμα θα τελειώσει–

δεν θέλω να υπάρχεις έτσι απόλυτα μόνο, φίδι, κανείς, ούτε έτσι καταραμένο, ούτε θέλω τίποτα να μην έχει σημασία κι όλα νά ‘ναι πεπερασμένες λάμψεις, πεπερασμένα μικροσκοπικά καλώδια νηστικά ή καλοταϊσμένα μ’ απειροελάχιστο ρεύμα. Τέλος πάντων,

Καληνύχτα.