Αρχείο

Tag Archives: πραγματικόπιττα

Πριν γεννηθεί ο Σ. ήταν πάρα πολύ μικρός. Αόρατος, μικρός σαν κόκκος άμμου, μικρός σαν γραμματόσημο, σαν καρυδότσουφλο, σαν αντίχειρας, σαν άτριχο γατί με κλειστά μάτια ‒ και κυρίως μικρότερος απ όλα τ’ άλλα έμβρυα.

Όταν γεννήθηκε συνέχισε να είναι πάρα πολύ μικρός. Τα δάχτυλά του ήταν διάφανα. Κανένας γιατρός δεν είχε δει τόσο μικρά δάχτυλα να κουνιούνται. Η ανάσα του δεν ακουγόταν, έπρεπε κανείς να πάει πάρα πολύ κοντά αλλά και πάλι δεν μπορούσε να είναι σίγουρος πως ανέπνεε. Αποφάσισαν να μην τον αγγίζουν πολύ συχνά από φόβο μήπως σπάσει˙ τον έβαλαν μέσα σ’ ένα γυάλινο κουτί και περίμεναν να μεγαλώσει.

Το σώμα του μεγάλωνε πολύ αργά, αλλά μέσα στο κεφάλι του οι εγκεφαλικές συζυγίες, τα διάφορα αγγεία και οι μήνιγγες πολλαπλασιάζονταν με υπερβολικά γρήγορους ρυθμούς˙ αυλάκια βάθαιναν, σκοτεινά τούνελ διακλαδώνονταν φτιάχνοντας γιγάντια δέντρα, κορυφές βουνών μαγείρευαν φρικτές αστραπές.

Φασκιωμένος μέσα σε γυαλί και πλαστικό, μακρυά απ’ τους ανθρώπους, ανάμεσα σε παράξενους βόμβους, μπάσσα βουητά και μακρόσυρτους, υψίσυχνους ήχους άρχισε να εφευρίσκει το χρόνο και να καταλαβαίνει πως μάλλον δεν θα ερχόταν κανείς όσο και να έκλαιγε, για πολύ, πολύ καιρό ‒ δηλαδή ποτέ.

Μερικούς μήνες μετά, σύμφωνα με το γρηγοριανό ημερολόγιο, τον έβγαλαν από εκεί, και είπαν στους γονείς του πως ήταν έτοιμος να πάει σπίτι. Ήξερε ήδη να μιλάει, αλλά δεν έλεγε λέξη για να μην τους τρομάξει. Ήταν ακόμα μικρότερος από τα άλλα μωρά. Όλοι σχολίαζαν τα χέρια του ‒ πώς γίνεται να υπάρχουν τόσο μικρά δάχτυλα, κοίτα, το φως περνάει από μέσα τους, πώς το είχε πει ο e.e. cummings, ούτε καν η βροχή δεν έχει τόσο μικρά χέρια είχε πει.

Μόνο τα μάτια του ήταν μεγάλα. Κοιτούσε τους πάντες εξονυχιστικά μέχρι που μάθαινε όλες τους τις επιθυμίες (ή όλους τους τους φόβους, είναι εξ άλλου το ίδιο) κι έσπευδε να τις πραγματοποιήσει. Άρχισε να μιλάει για να τους πει όλα όσα ήθελαν ν’ ακούσουν. Ήταν όλοι ξετρελαμένοι. Άρχισε να μετράει γιατί διαπίστωσε πως υπήρχε ένα παιχνίδι που άρεσε σ’ όλους: τους ζητούσε να του πουν έναν οποιονδήποτε αριθμό κι αυτός τους έλεγε αμέσως τον αμέσως μεγαλύτερο, όσο μεγάλος και να ήταν ο αρχικός αριθμός. Κρατούσε στη μνήμη του όλα όσα χρειάζονταν για να τους κάνει τα δώρα που ορκιζόντουσαν πως δεν είχαν πει σε κανέναν πως ήθελαν. Ήταν απελπιστικά εύκολο.

Τα πάντα ήταν απελπιστικά εύκολα. Στην πρώτη δημοτικού άρχισε να πειραματίζεται σεξουαλικά. Αιώρησε τον εαυτό του κρεμώντας τον απ’ το ταβάνι με άγκιστρα περασμένα στο δέρμα της πλάτης του δύο χρόνια αργότερα. Το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία εν είδει ‒ στεγνού λόγω ηλικίας ‒ οργασμού. Στην τετάρτη δημοτικού άρχισε να κρατάει την αναπνοή του συστηματικά. Κάπου στα μέσα της πέμπτης δημοτικού την είχε ήδη κρατήσει για ένα χρόνο, αλλά βαρέθηκε, σταμάτησε, κι αποφάσισε ν’ ασχοληθεί με τα μαθηματικά. Όταν μπήκε στην εφηβεία συνειδητοποίησε πως η αφαίρεση και η γραμμική σκέψη οδηγούν σ’ έναν άσπρο τοίχο που δεν αρχίζει και δεν τελειώνει ποτέ και πουθενά (αν όμως περπατήσεις αρκετά κατά μήκος του μπορεί να πέσεις πάνω στο μοναδικό του γκραφφίτι ‒ λέει «FUCK YEAH AXIOMS» με μεγάλα κόκκινα γράμματα), και στράφηκε στην ποίηση (δεν νομίζω να υπάρχει λόγος να πω «στη μεταφυσική ποίηση» μιας και όλη η ποίηση είναι κατ’ ουσία μεταφυσική) και στην εμπειρική γνώση.

Παρέμεινε πιο μικρόσωμος απ’ όλα τ’ άλλα αγόρια, και από τα περισσότερα κορίτσια. Στο γυμνάσιο έτρωγε πολύ ξύλο γιατί η μέση του και οι καρποί του φαίνονταν πάντα έτοιμοι να σπάσουν, αλλά πολλά χρόνια μετά θυμάται τα σχολικά του χρόνια ως πολύ ευτυχισμένα χάρη στη σωτήρια αναξιοπιστία της μνήμης. Γνωρίζει βέβαια όλα όσα η ανθρωπότητα έχει καταφέρει να μάθει για τη μνήμη, αλλά αυτό δεν έχει καμμία σημασία στην πράξη.

Στο λύκειο ψήλωσε απότομα (τα δάχτυλά του παρέμειναν λεπτά και διάφανα σαν οπτικές ίνες, απλώς δεν τα πρόσεχε κανείς πια). Κατάφερνε να πίνει περισσότερο απ’ όλους τους άλλους αλλά να μένει όρθιος, να τους πηγαίνει όλους στα σπίτια τους σώους και αβλαβείς και να τους χαϊδεύει τα μαλλιά όσο ξερνούσαν. Αρίστευσε στο πανεπιστήμιο καταπίνοντας και εισπνέοντας τα πάντα (όχι μόνο ό,τι έβρισκε μπροστά του, αλλά και ό,τι έβρισκε μετά από ενδελεχή έρευνα) και ξαπλώνοντας ανάμεσα στις γραμμές των τραίνων καθώς αυτά βρυχώνταν και ούρλιαζαν και δάκρυα έτρεχαν απ’ τα μάτια του ακουσίως. Όποιον και να ρωτούσες θα σου έλεγε πως δεν κοιμάται ποτέ.

Τώρα κοιμάται συνέχεια. Προς έκπληξη όλων δεν έχει καταφέρει να γίνει ένα Υγιές, Ενεργό Κύτταρο της Κοινωνίας Μας. Όταν είναι ξύπνιος φτιάχνει κολλάζ από την Α’ Επιστολή προς Κορινθίους, το Κεφάλαιο και το Έντγκεημ με τη γλώσσα. Δεν ξέρει να κάνει σεξ, γαμάει και γαμιέται μόνο κάνοντας έρωτα. Ο σφυγμός του είναι άρρυθμος και πολύ γρηγορότερος απ’ το φυσιολογικό. Λέει πως είναι πάντα κουρασμένος ‒ είναι κουρασμένος συχνά. Νοιώθει μια συγγένεια με τους παράξενους βόμβους, τα μπάσσα βουητά και τους μακρόσυρτους υψίσυχνους ήχους και συνήθως προσποιείται πως δεν ξέρει γιατί.

(Δεν ξέρω τι θα γίνει μετά. Ίσως είναι καλύτερα έτσι.)

Μια νύχτα που νύχταζε* πάρα πολύ, λίγο πριν κοιμηθεί ή λίγο αφού την είχε πάρει ο ύπνος (αυτή η γραμμή εξ άλλου είναι λεπτή και ρευστή, σαν κλωστή από μέλι), ευχήθηκε να καταγράφονται τα όνειρά της από μόνα τους, κάθε νύχτα.

Το άλλο πρωί καθώς έστρωνε το κρεββάτι της (ήταν απ’ αυτές τις μέρες που από το πρωί φωνάζουν, προμηνύουν και προοικονομούν λειτουργικότη) βρήκε κάτω απ’ το μαξιλάρι της ένα τετράδιο που δεν είχε ποτέ ξαναδεί. Ήταν μια παραλλαγή του σχολικού μπλε τετραδίου: καφέ, εξ ολοκλήρου χάρτινο (με αυτοκόλλητη ετικέττα και εξώφυλλο από χαρτί σε αντίθεση με το πλαστικό μπλε), ούτε ολοκαίνουριο αλλά ούτε και πάρα πολύ ταλαιπωρημένο.

Το άνοιξε φυσικά. Οι πρώτες τρεις σελίδες ήταν πυκνογραμμένες και οι υπόλοιπες κενές. «Ο Τζος Γουήντον είχε βγάλει μια νέα σειρά», άρχιζε. Συνέχιζε με την περιγραφή του πρώτου επεισοδίου που ήταν πραγματικά σαν Γουήντον (με μια μικρή δόση Λυντς, ίσως). Ήταν η σειρά του Ζάντερ. «Η ασυνήθιστη ζωή ενός συνηθισμένου ανθρώπου». Στο πρώτο επεισόδιο τον απήγαγε μια συμμορία με αερόστατα γιατί ήξερε πολλά για το μεταφυσικό και μιας και δεν είχε ο ίδιος υπερφυσικές δυνάμεις ήταν εύκολος στόχος. Η συμμορία έβαφε τα αερόστατά της με ένα ειδικό μωβ χρώμα, μια ειδική μπογιά για υφάσματα, που τα έκανε αόρατα αλλά ταυτόχρονα παρέμεναν μωβ.

Λεγόντουσαν «Οι Πειρατές των Σχετικά Χαμηλών Στρωμάτων της Ατμόσφαιρας, Δηλαδή Κυρίως της Τροπόσφαιρας» ή και «ΟΠΣΧΣΑΔΚΤ». Ως αναμενόμενο, φορούσαν ρούχα εποχής με ένα στήμπανκ τουήστ και αφθονία χρωμάτων (για να καμουφλάρονται ανάμεσα στα ξένα ή εχθρικά αερόστατα ‒ μιας και τα αερόστατα όπως όλοι ξέρουν είναι πάντα χρωματιστά).

Δεν ήθελαν να κάνουν κακό στο Ζάντερ ‒ αλλά δεν νομίζω να σκοτιζόντουσαν** άμα του συνέβαινε κάτι κακό παρεμπιπτόντως˙ ήθελαν απλά να μάθουν ό,τι ήξερε για τη μαγεία γιατί έκαναν συλλογή από μαγικές γνώσεις. Ένα απ’ τα όνειρά τους ήταν να ελέγχουν τον καιρό ‒ να παρκάρουν τ’ αερόστατά τους πάνω από μια πόλη και να εξαπολύουν πάνω της ηλεκτρικές θύελλες, χρωματιστούς ήλιους, βροχή από ουράνια τόξα και χαλάζι από ηλιοτρόπια. Θα μπορούσαν τέλος πάντων να του είχαν συμβεί και πολύ χειρότερα. Ή μάλλον, του είχαν συμβεί ήδη πολύ χειρότερα, πολλές φορές (τόσα χρόνια στη Μπάφφυ), και φαινόταν να το διασκεδάζει.

Κάποια στιγμή αποκαλύπτονταν*** πως απλά ονειρευόταν περιπέτειες γιατί τελευταία η ζωή του παραήταν συνηθισμένη, ακόμα και για έναν συνηθισμένο άνθρωπο ‒ εξ άλλου οι συνηθισμένοι άνθρωποι βαριούνται τις συνηθισμένες ζωές τους κατά κόρον. Το τέλος δεν ήταν πολύ ξεκάθαρο. Υπήρχε ένα πρόβλημα σχετικά με την πραγματικότητα: ξεγλιστρούσε συνέχεια (αυτό το πρόβλημα βέβαια είναι γενικευμένο, γι αυτό και κάποιοι έχουν αποφασίσει να την μετονομάσουν σε πραγματικόπιττα, πράγμα που ηχεί σωστό παρ’ όλο που οι πίττες δεν παρουσιάζουν συχνά τέτοια συμπτώματα αστάθειας). Όταν η σειρά του Γουήντον ήταν αληθινή, δεν ήταν τίποτε άλλο αληθινό. Όταν ο Ζάντερ ήταν αληθινός, δεν ήταν ούτε η σειρά ούτε οι πειρατές αληθινοί. Όταν οι πειρατές ήταν αληθινοί ήταν αληθινός ο Ζάντερ, αλλά όχι η σειρά, κ.ο.κ. Αυτή η ακολουθία σκέψεων την έκανε να νοιώθει άβολα για προφανείς λόγους ‒ και φυσικά το ερώτημα του τι ήταν αυτό το τετράδιο και τι δουλειά είχε κάτω απ’ το μαξιλάρι της παρέμενε.

Με αμείωτη λοιπόν περιέργεια, αφού ξαναδιάβασε μια φορά το κείμενο και έδιωξε μακρυά και αυθαίρετα τις αμφιβολίες για τη δική της ύπαρξη, τύλιξε το τετράδιο στο σεντόνι και την κουβέρτα και το έβαλε στη ντουλάπα μαζί με το μαξιλάρι (μια από τις συμβάσεις του μικρού της δωματίου ήταν πως το κρεββάτι όταν δεν τελούσε χρέη κρεββατιού συστηνόταν ως καναπές), σήκωσε το δικό της τετράδιο από το πάτωμα, έριξε μια ματιά στις τρεις σελίδες που είχε γράψει πριν κοιμηθεί (τέλειωναν με την επιθυμία να καταγράφονται τα όνειρά τους από μόνα τους κάθε νύχτα) γιατί δεν είχε καταφέρει να γράψει το πρωί της προηγούμενης μέρας, έκανε καφέ και πρωινό, αποφάσισε ν’ ακούσει το Σαμποτάζ, γύρισε σελίδα κι άρχισε να γράφει τις τρεις πρωινές σελίδες της ημέρας.

*τέτοια τάυποουζ δεν είναι για να διορθώνονται
**η νέα ελληνική γλώσσα είναι ένα ανέκδοτο
*** idem

Στο παραθαλάσσιο Άστρος το ψαράκι τσιμπάει. Τσιμπάει, σας λέω. Πάω να μπω στο νερό – ωραίο ήταν, καθαρό, δροσερό, διάφανο – κάνω δυο τρία βήματα, μπαίνω μέχρι τη μέση, τσαακ, κάτι με τσιμπάει. Τινάζομαι μία, ξανά, τσαααακ, στο άλλο κωλομέρι – ναι, στα κωλομέρια με τσίμπησε το άτιμο. Ήταν μια μεσήλιξ με οικολογικό υπερμεγέθες σωσίβιο δίπλα μου, γελούσε. «Δεν είναι τίποτα», μου λέει, «τσιμπάει το ψαράκι στα μέρη μας εδώ, τσιμπάει αλλά δεν πειράζει, τίποτα δεν κάνει, όλοι το ξέρουν.».

Επίσης, αν γλείφεις τα μαλλιά σου δεν κάνουν ψαλίδα. Εξακριβωμένα πράμματα. Από τις ψείρες όμως δε γλυτώνεις, γλείψιμο-ξεγλείψιμο. Ούτε από την πραγματικόπιττα.

Υ.Γ. Εσείς πώς γιορτάσατε του Αγίου Γκασμά; Εμείς ακούγαμε την αγάπη.