Αρχείο

Tag Archives: πέος

Και τη νύχτα, αααχ, τη νύχτα, τη νύχτα οι κροκέτες τραγουδούσαν! Άρπαζαν η μια την άλλη απ’ τη μέση με τα αόρατα χέρια τους και χόρευαν τραγουδώντας και πήδαγαν και γέλαγαν και σκαρφάλωναν στα δέντρα και στους στύλους της ΔΕΗ. Όσες δεν ήθελαν να χορέψουν πέταγαν τραπουλόχαρτα η μια στην άλλη σφυρίζοντας, κι όσες δεν ήξεραν να σφυριζουν κοπανούσαν κατσαρόλες με ξύλινες κουτάλες. Τη μέρα φυσικά τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Βαθύς ύπνος έπεφτε στο δάσος και στους δρόμους και στα κενά ανάμεσα στις πολυκατοικίες που μοιάζουν με δρόμους αλλά δεν είναι (ή μήπως είναι; έχει περάσει πολύς καιρός κι ίσως να μη θυμάμαι καλά…). Βαθύς ύπνος έπεφτε και μέσα στο πηγάδι, μέσα στο γήπεδο, μέσα στο γουδί, μέσα στις ποντικοπαγίδες και στα περιοδικά. Βαθύς ύπνος έπεφτε και στο γκρεμό και μέσα στις τρομπέττες. Δεν άκουγες ούτε ροχαλητό, ούτε μουρμουρητό, ούτε καν ένα στριφογύρισμα. Δεν άκουγες τίποτε κι αναρωτιόσουν αν σου έκλεψαν τ΄αυτιά σου ή αν όντως δεν ακούγεται κιχ. Κι ύστερα πάλι ερχόταν η νύχτα, κάθε μέρα μια διαφορετική ώρα, άλλοτε μια ώρα φωτεινή, άλλοτε μια ώρα σκοτεινή, άλλοτε βροχερή κι άλλοτε στεγνή και λυπημένη. Και μερικές μέρες δεν ερχόταν, και τότε τα δέντρα έσκυβαν τα κλαριά τους κι αναστέναζαν, κι οι αναστεναγμοί τους έσπαγαν τη σιωπή κι άγγιζες τ’ αυτιά σου ανακουφισμένος, κι ήξερες πως η νύχτα δεν μπορεί ν’ αργήσει πολύ ακόμα, και πως όσο κι αν αργήσει (γιατί ακόμα και το λίγο μοιάζει πολύ όταν χάνεται) θα ξανάρθει.

Κάτω στο δρόμο βρίσκει κανείς πολλά πράμματα. Βόμβες, ολόδροσα κυπελλάκια από παγωτό, μασημένες τσίχλες, χτυπημένα ή και αχτύπητα εισητήρια, νομίσματα, χαρτονομίσματα, νερά από τα αιρκοντίσιον και καμμιά φορά και τη μυστηριώδη αλληλογραφία του γείτονα. Ή κάποιου, τέλος πάντων. Παρακαλούνται οι αλληλογράφοι να επικοινωνήσουν με την Αγία Κοάλα και το ευλόγιόν της πάραυτα, μιας και είναι εμφανές μέσα από την αλληλογραφία τους πως είναι αναγνώστες της, για να παραλάβουν την αλληλογραφία τους στη χάρτινη μορφή της, κάπως. Όλο και κάποιος τρόπος θα βρεθεί.

Η ευρεθείσα αλληλογραφία:

Πού είσαι; Ε;

Πώς πάει το γράφειν;
Εμένα άριστα. Επτά μέρες, δεκατέσσερη ποίηση.
Έλαβα το δέμα σου.
Έκστασις!
Θέλω να σου στείλω κιεγώ ΤΩΡΑ.
Ναι, ναι, ΝΑΙ.
Επίσης, εθεάθη άγαλμα του επιφανούς ποιητού Γιάννη Γ. Ρίκου στην Τουλώνη της Γαλλίας.
Το έμαθα από το blog της Αγίας Κοάλα.

Με φροντίδα και προδέρμ,

η πρώτη σου σοκολάτα, και παντοτινή.

~

Χαίρετε,
ποιήματα βαίνουν καλώς
βέβαια το χθεσινό ξέχασε να γραφεί
ίσως και το προχθεσινό
αλλά θα αναπληρωθούν δεόντως
ίσως και υπερ-το-δεόντως.
Αν στείλεις δέμα θα το λάβω μάλλον μετά τις 5 του Ιουλίου του Καίσαρος
διότι
απλά δεν προλαμβάνεις να το στείλεις και να έρθει
καθώς
Παρασκευή αποχωρώ.
Θα τα πούμε
φέρε και το πούμα σου
και μην ξεχάσεις το πώμα.
Το πώμα.

Με αγάπη,
η ογκοχρέωσή σου.

~

Αχ,

θέλω κιεγώ να αποχωρώ στη Σέριφο μαζί σας.
Δεν εννοώ βέβαια πως η Σέριφος είναι ένα μεγάλο αποχωρητήριο,
αλλά καταλαβαίνεις.
Ο σουρρεαλισμός επιτέθηκε στα ποιήματά μου
και τους άρεσε.
Με το πώμα έχω βουλώσει την τρύπα του όμποε, για να μην ξεχάσω κανένα τους.

Έχω μια αίσθηση πως κάποτε θα γίνουμε διάπυροι για τη [γρ]απτή τε και ηλεκτρονική αλληλογραφία μας. Ίσως να φταίει που με γαργαλάει στη μύτη σαν φτάρνισμα, και μετά φταρνίζομαι, δεν γίνεται δηλαδή εκείνο το ενοχλητικό πράμμα πουσουσταματάει το φτέρνισμα και νοιώθεις μια ήττα.

Ήτταν ένα μικ-ρο καράβι.

Με νοσταλγία,

Καιτούλα.

~

 

Αγαπητή Καιτούλα Μου,

Η Σέριφος περιμένει με τις ανοιχτές αγκάλες τις
και την επαύριο θα φύγομεν
και
πρέπει να κάνουμε ψώνια
και
πεινάω αρκετά
[καθώς, χθες πήγαμε και ήπηαμε ούζα]
[βέβαια φάγαμε και κάτι, αλλά δε δούλεψε]
και
πρέπει να πάω στο σχολείο τελευταία μέρα ως μαθητής να παραλάβω το απολυτήριον και τα τοιαύτα
και
πρέπει οπωσδήποτε να φάω κάτι (καθώς ως προείπα, πεινάω αρκετά)
και
οπωσδήποτε
η ζέστη έξω είναι αφόρητος
αλλά λιγότερο αφόρητος απ’ ότι χθες
και σίγουρα λιγότερο αφόρητος απ’ ότι προχθές.
Αυτά τα λίγα.

Με πέος,
Σαράντης.