Αρχείο

Tag Archives: εγώ την Καιτούλα την αγάπαγα

Όταν έπαιζαν κρυφτό στην εκκλησία πήγαινε πίσω απ’ την τεράστια κολόνα και έμενε ακίνητη για ώρες.

Εκείνος έβαζε την καρέκλα του μπροστά απ’ τη μπαλκονόπορτα και κοιτούσε το τζάμι, τη βροχή και την απέναντι πολυκατοικία. Κάποια στιγμή πάντα χτυπούσε το τηλέφωνο, ξανά και ξανά, σαν κάποιος να επέμενε για ώρα – αλλά αυτός έμενε ακίνητος στην καρέκλα και δεν το σήκωνε ποτέ.

Τον ξέρω πολλά χρόνια αλλά έχω δει μόνο την πλάτη του. Κοιτάει πάντα απ’ την άλλη μεριά.

Η κολόνα ήταν τεράστια. Έπαιρνες ώρες να κάνεις το γύρο της. Αναρωτιόταν πόσο μεγάλες να ήταν οι ρίζες της και πώς ήταν ο αέρας εκεί που τελείωνε.

Καλημέρα.
Καλημέρα.
Ποιος είσαι;
Εγώ είμαι.
Εσύ ποιος είσαι;
Εγώ.
Καλημέρα.
Καλημέρα.

Η πλάτη του είναι πολύ φαρδυά. Φαίνεται πολύ ανοιχτόκαρδος άνθρωπος. Τα μαλλιά του είναι πυκνά και τα πόδια του είναι γερά στυλωμένα στο πάτωμα. Φοράει ένα γκρίζο πουλόβερ. Είναι μόνος στο σπίτι. Έξω από το σπίτι πάντα βρέχει.

Μια μέρα η κολόνα γέμισε χιλιάδες σαλιγκάρια που σέρνονταν όλα μαζί προς τα πάνω.Το σάλιο τους γυάλιζε στο φως. Προσπάθησα να τα μετρήσω αλλά δεν τα κατάφερα. Βιαζόμουν, έπρεπε να φύγω. Το βράδυ που γύρισα δεν ήταν εκεί. Είχαν μάλλον φτάσει πολύ ψηλά.

Εγώ είμαι στο τηλέφωνο.
Όχι, δεν είσαι εσύ — δεν είναι κανείς.

Στην απέναντι πολυκατοικία υπάρχει μια κάμερα κι ένας σκύλος. Μου αρέσει να με κοιτάει η κάμερα στα μάτια. Κι ο σκύλος είναι πολύ ήσυχος. Δε γαυγίζει ποτέ.

Έμαθα πως στη λαϊκή πουλάνε σεντόνια με το μέτρο. Θα αγοράζω δέκα μέτρα τη βδομάδα. Όταν θα έχω αρκετά θα τα δέσω όλα μαζί και θα φτιάξω ένα μεγάλο σκοινί. Θα το καρφώσω κάτω, δίπλα στην κολόνα, και θα περπατήσω γύρω απ’ αυτήν μέχρι να το ξαναβρώ.

Δε θα το κάνεις αυτό γιατί αν το κάνεις δε θα σταματήσεις ποτέ.
Όχι, δεν έχεις δίκιο. Θα το κάνω μόνο όταν βρέχει.
Καλά.
Καλά.

Μια μέρα άρχισε να μπαίνει νερό απ’ τη μπαλκονόπορτα και τα σανίδια φούσκωσαν. Μερικά άρχισαν να ξεκολλάνε. Από κάτω ήταν κρυμμένο ένα τενεκεδένιο κουτί.

Είναι δικό μου.
Δε θα το ανοίξεις;
Όχι.
Είναι δικό σου. Άνοιξέ το.
Όχι.
Θέλω να το ανοίξεις.
Εγώ όχι.

Γύρω απ’ την κολόνα είναι μαζεμένοι εκατοντάδες άνθρωποι με χάρτινα φαναράκια και τραγουδάνε. Ξαφνικά σκορπίζουν. Έχει αρχίσει να βρέχει.

Γιατί δε σηκώνεις το τηλέφωνο;
Δε θέλω.
Μπορεί να είναι κάτι σημαντικό.
Όχι.
Πώς είσαι τόσο σίγουρος;
Δεν είμαι σίγουρος.

Τα μαλλιά του δε μακραίνουν, μένουν πάντα ίδια. Τον ξέρω πολλά χρόνια, δεν έχει αλλάξει καθόλου. Έχει πολύ ίσια πλάτη… Δεν κάθεται ποτέ σταυροπόδι. Και τα χέρια του, δεν τεντώνει ποτέ τα χέρια του. Έξω από τη μπαλκονόπορτά του βρέχει.

Βάλε τουλάχιστον ένα χαλάκι κάτω απ’ τα πόδια σου, θα κρυώσεις.
Όχι.
Μα είναι βρεμμένο το πάτωμα.
Ναι. — Κάτω απ’ το πάτωμα έχω κρύψει ένα τενεκεδένιο κουτί.
Τι έχει μέσα;
Τίποτα.
Μπορώ να το ανοίξω;
Όχι, μόνο εγώ μπορώ να το ανοίξω.

Δε σου φτάνει ο χρόνος για να πας εκεί που τελειώνει η κολόνα.
Το ξέρω. Ίσως αν καταφέρω να βρω πόση είναι η διάμετρός της να μάθουμε κάτι παραπάνω για το ύψος της.

Ένα πρωί όλοι όσοι ξύπνησαν είδαν πως η κολόνα ήταν καλυμμένη με στένσιλ. Ένα κοριτσάκι μουντζουρωμένο με σπρέυ κοιμόταν λίγο πιο πέρα. Έφεραν κουβάδες και σφουγγάρια κι άρχισαν να καθαρίζουν. Μέχρι το βράδυ είχε ασπρίσει.

Εμένα μ’ άρεσε περισσότερο έτσι…
Ναι.
Θέλω να με κοιτάξεις.
Ναι.
Τι θα πει ναι;
Το ξέρω.
Θα γυρίσεις;
Όχι.

Advertisements

Κάτω στο δρόμο βρίσκει κανείς πολλά πράμματα. Βόμβες, ολόδροσα κυπελλάκια από παγωτό, μασημένες τσίχλες, χτυπημένα ή και αχτύπητα εισητήρια, νομίσματα, χαρτονομίσματα, νερά από τα αιρκοντίσιον και καμμιά φορά και τη μυστηριώδη αλληλογραφία του γείτονα. Ή κάποιου, τέλος πάντων. Παρακαλούνται οι αλληλογράφοι να επικοινωνήσουν με την Αγία Κοάλα και το ευλόγιόν της πάραυτα, μιας και είναι εμφανές μέσα από την αλληλογραφία τους πως είναι αναγνώστες της, για να παραλάβουν την αλληλογραφία τους στη χάρτινη μορφή της, κάπως. Όλο και κάποιος τρόπος θα βρεθεί.

Η ευρεθείσα αλληλογραφία:

Πού είσαι; Ε;

Πώς πάει το γράφειν;
Εμένα άριστα. Επτά μέρες, δεκατέσσερη ποίηση.
Έλαβα το δέμα σου.
Έκστασις!
Θέλω να σου στείλω κιεγώ ΤΩΡΑ.
Ναι, ναι, ΝΑΙ.
Επίσης, εθεάθη άγαλμα του επιφανούς ποιητού Γιάννη Γ. Ρίκου στην Τουλώνη της Γαλλίας.
Το έμαθα από το blog της Αγίας Κοάλα.

Με φροντίδα και προδέρμ,

η πρώτη σου σοκολάτα, και παντοτινή.

~

Χαίρετε,
ποιήματα βαίνουν καλώς
βέβαια το χθεσινό ξέχασε να γραφεί
ίσως και το προχθεσινό
αλλά θα αναπληρωθούν δεόντως
ίσως και υπερ-το-δεόντως.
Αν στείλεις δέμα θα το λάβω μάλλον μετά τις 5 του Ιουλίου του Καίσαρος
διότι
απλά δεν προλαμβάνεις να το στείλεις και να έρθει
καθώς
Παρασκευή αποχωρώ.
Θα τα πούμε
φέρε και το πούμα σου
και μην ξεχάσεις το πώμα.
Το πώμα.

Με αγάπη,
η ογκοχρέωσή σου.

~

Αχ,

θέλω κιεγώ να αποχωρώ στη Σέριφο μαζί σας.
Δεν εννοώ βέβαια πως η Σέριφος είναι ένα μεγάλο αποχωρητήριο,
αλλά καταλαβαίνεις.
Ο σουρρεαλισμός επιτέθηκε στα ποιήματά μου
και τους άρεσε.
Με το πώμα έχω βουλώσει την τρύπα του όμποε, για να μην ξεχάσω κανένα τους.

Έχω μια αίσθηση πως κάποτε θα γίνουμε διάπυροι για τη [γρ]απτή τε και ηλεκτρονική αλληλογραφία μας. Ίσως να φταίει που με γαργαλάει στη μύτη σαν φτάρνισμα, και μετά φταρνίζομαι, δεν γίνεται δηλαδή εκείνο το ενοχλητικό πράμμα πουσουσταματάει το φτέρνισμα και νοιώθεις μια ήττα.

Ήτταν ένα μικ-ρο καράβι.

Με νοσταλγία,

Καιτούλα.

~

 

Αγαπητή Καιτούλα Μου,

Η Σέριφος περιμένει με τις ανοιχτές αγκάλες τις
και την επαύριο θα φύγομεν
και
πρέπει να κάνουμε ψώνια
και
πεινάω αρκετά
[καθώς, χθες πήγαμε και ήπηαμε ούζα]
[βέβαια φάγαμε και κάτι, αλλά δε δούλεψε]
και
πρέπει να πάω στο σχολείο τελευταία μέρα ως μαθητής να παραλάβω το απολυτήριον και τα τοιαύτα
και
πρέπει οπωσδήποτε να φάω κάτι (καθώς ως προείπα, πεινάω αρκετά)
και
οπωσδήποτε
η ζέστη έξω είναι αφόρητος
αλλά λιγότερο αφόρητος απ’ ότι χθες
και σίγουρα λιγότερο αφόρητος απ’ ότι προχθές.
Αυτά τα λίγα.

Με πέος,
Σαράντης.

Πράμματα που έμαθα κατά την παραμονή μου εντός του κρίνου, εντός, μέσα, εκεί, εκειμέσα:

– Το όμποε

– Το αιρκοντίσιον είναι φίλος μας

– Ο Gesualdo είναι ακόμα καλύτερος φίλος μας

– Η Λάουρα είναι νεκρή

– Καμμιά φορά τα σκουπίδια είναι ένα μέρος θελκτικόν

– O Χάρης Σ. Θρώγκος υπήρξε για λίγο η Cicciolina

– Ο Rachmaninov καταπολεμά τον ανοιωθισμό αλλά έχει ως παρενέργεια τη μαλάκυνση

– Μας αρέσει το σύρσιμο και το πάρσιμο

– Υπάρχει κάποιος που θα πηδούσε τον Παντελή Θαλασσινό

– Ο Dumbo είναι σαικσουαλικό φετίχ δύο εκ των τριών

– Το ίδιο και ο Jesus

Ο Ιησούς των Εξαρχείων

– Το όμποε

– Το Καπέλο είναι ισχυρό

Jesus is the key to our hearts

– Το MCing είναι κάτι που συμβαίνει καμμιά φορά όταν κάνεις πικ-νικ

– Το ανομικό περιβάλλον είναι μέσα στο μάτι του παρατηρητή, σαν τσίμπλα

– Τα μπισκόττα κανέλλας είναι πιο εθιστικά από τη νικοτίνη, αλλά όχι από τη Ζελατίνη

– Οι χελώνες κάθονται η μια πάνω στην άλλη

Οι χελώνες

– Το μέχρι τέλους είναι δύσκολο

Το μουνί το λένε Γιώτα και τον πούτσο Παναγιώτα

– Κι όποιον θέλεις σύρε ρώτα, το κεφάλι μπαίνει πρώτα

– Και τ’ αρχίδια κλείν’ την πόρτα

– Η πολλή μοντέρνα τέχνη προκαλεί πονοκέφαλο

– Ο φαλλός είναι πανίσχυρος, και δεν είναι αυτό που νομίζετε

– Εγώ την Καιτούλα την αγάπαγα

– Το όμποε

– Το όμποε

ΤΟ ΟΜΠΟΕ

Το ρωσικό άτομο αυξάνεται το πέος στο βραχίονά του

– Δεν είμαστε καρύδια, αλλά ενδιαφερόμαστε πολύ

57 ευρώ ακάποτη

– Πρέπει κούτσουρο μέσα για να ταχυδρομήσει ένα σχόλιο

– Καλή υγεία, κακή υγεία, διατροφή, τεχνολογία, συσκευές και εργαλείο.

– Μοτέρ, μειωτήρες, καδένες, γρανάζια, κόπλερ.

– Και προπαντός, το όμποε

ΦιλάκιαμεαγάπηΤούλα.