Αρχείο

Tag Archives: γάτες

Σήμερα με ξύπνησε η φωτιά και για να τη σβήσω πετούσα πάνω της λέξεις. Το κατάλαβε και το αίμα κι έτρεξε από αλληλεγγύη σαν καταρράχτης. Δεν ήξερα τι ώρα είναι – είχα ένα πυρηνικό ρολόι που όταν το χάιδευες με τα δάχτυλα σου έλεγε την ώρα, αλλά δοκίμασα να το χαϊδέψω και δεν έγινε τίποτα, και συνέχιζε να μη συμβαίνει τίποτα όσο το έτριβα σα λυχνάρι (το να το τρίψω έτσι ήταν η δεύτερή μου σκέψη). Ύστερα σκέφτηκα να το τρίψω σα τζίνι αλλά δεν είχα ποτέ δει τζίνι από κοντά κι εγκατέλειψα αμέσως την ιδέα.

Ο υπόλοιπος κόσμος κοιμόταν. Είχαν ξεφυτρώσει από παντού αιώρες, κι ήταν όλες γεμάτες με ανθρώπους που ροχάλιζαν, άλλοι δυνατά, άλλοι μετά βίας ακούγονταν, αλλά όλοι ροχάλιζαν. Κάτω από ένα δυο απ’ αυτές ροχάλιζαν και μερικά σκυλιά. Αποφάσισα να μη δώσω σημασία και να κατέβω σιγά σιγά προς τη θάλασσα. Ήμουν ακόμα ντυμένη από το προηγούμενο βράδυ, φορούσα ένα ανακυκλώσιμο φόρεμα φτιαγμένο από κουτάκια μπύρας, κι από μέσα το μαγιώ. Είχε πάρει το μάτι μου άλλη μια κοπέλα που είχε αυτό το φόρεμα στο κάμπινγκ. Μ’ αρέσει όταν συμβαίνει αυτό, ενώ έχω ακούσει άλλες να θυμώνουν. Εκτός από το ίδιο φόρεμα αυτή η κοπέλα είχε και το ίδιο όνομα. Δεν της το είχε βέβαια δώσει ο ίδιος άνθρωπος – εμένα μου το είχαν δώσει πάνω στην κορυφή ενός βουνού σχετικά πρόσφατα – αλλά ήθελα να της μιλήσω. Τ’ όνομά μας δεν είναι και πολύ συνηθισμένο.

Χτένισα λίγο τα μαλλιά μου για να φύγουν τα πολλά κοχύλια, γέμισα το μπουκάλι μου με νερό και πήγα προς την τραπεζαρία. Κανείς δεν είχε κατέβει για πρωινό. Μόνο κάτι γάτες δάγκωναν παιχνιδιάρικα τον τροχό της τύχης που εδώ και αρκετές μέρες ήταν ένα μεγάλο μπισκόττο, αλλά δεν νιαούριζαν οπότε δεν ξέρω αν ήταν καν ξύπνιες. Άλλαξα το μπουκάλι με το νερό μου μ’ ένα μπουκάλι γάλα, κι άρχισα να δαγκώνω το μπισκόττο βιαστικά – τελικά πεινούσα. Οι γάτες δεν έδειξαν ενδιαφέρον. Συνέχισα να δαγκώνω και να μασουλάω μέχρι που σιγά σιγά μαζεύτηκαν κι άλλες, γέμισαν τις καρέκλες και τα τραπέζια, τους διαδρόμους ανάμεσα, δύσκολα έβρισκες χώρο να περπατήσεις, όλη η τραπεζαρία είχε γεμίσει. Μόλις χόρτασα αποφάσισα να φύγω. Οι γάτες συνέχισαν να μη δίνουν σημασία. Τα κουτάκια μπύρας γύρω απ’ τη μέση μου είχαν γεμίσει τρίμματα, αλλά το μπισκόττο άξιζε. Όταν γύρισα το κεφάλι μου πίσω να ρίξω μια τελευταία ματιά είχε ήδη ξαναγίνει ολόκληρο και γύριζε γύρω γύρω παρ’ όλο που δε φυσούσε ίχνος αέρα.

Όσο πλησίαζα προς τη θάλασσα τόσο λιγόστευαν οι αιώρες, αλλά όλο και πετύχαινα κάποιον κοιμισμένο. Το βουητό απ’ τα ροχαλητά έδινε τη θέση του στον ήχο της αναπνοής της θάλασσας. Εισπνοή, εκπνοή. Όλα τα φύκια, τα ψάρια και τα όστρακα ανέπνεαν μαζί, σαν να είχαν συνεννοηθεί από πριν. Μόνο τα δελφίνια ανέπνεαν διαφορετικά και πηδούσαν πού και πού πάνω απ’ το νερό. Ξέπλυνα το μπουκάλι μου και το γέμισα αλάτι. Ο ήλιος είχε μόλις αρχίσει να σηκώνεται και η άμμος δεν ήταν καθόλου κατηφορική, ήταν ήδη στο ύψος της θάλασσας, η θάλασσα ήταν η φυσική της συνέχεια. Ήταν πολύ νωρίς για να πετάξω πετραδάκια, και σίγουρα πολύ νωρίς για να κολυμπήσω. Δεν ήθελα να σκίσω το νερό με κανέναν τρόπο. Σκέφτηκα πως έρχεται απ’ τις βροχές και τα βουνά, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήμουν καθόλου σίγουρη. Αυτό το νερό ήταν τόσο ακίνητο που δε φαινόταν να έρχεται από πουθενά, απλώς ήταν. Έβγαλα το φόρεμα και ξάπλωσα μπρούμυτα. Τα δάχτυλα των ποδιών μου σχεδόν ακουμπούσαν τη θάλασσα. Έβαλα τ’ αυτί μου στην άμμο μέχρι που την άκουσα κι αυτήν ν’ αναπνέει, ελάχιστα πιο αργά απ’ το νερό. Κάθε εκπνοή της είχε μέσα ένα μικρό ηφαίστειο. Σκέφτηκα να κοιμηθώ λιγάκι εκεί μέχρι να σηκωθεί λίγο ψηλότερα ο ήλιος και να τον νοιώσω στην πλάτη, αλλά φοβόμουν την παλίρροια. Παρ’ όλα αυτά αφέθηκα να με πάρει ο ύπνος. Σκέφτηκα πως έρχεται κυλώντας μέσα σε κάτι αυλάκια πίσω απ’ τα μάτια μου, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήμουν καθόλου σίγουρη. Μ’ άρεζε ν’ ακούω τις ανάσες να σηκώνονται και να πέφτουν. Αναρωτήθηκα μήπως η δική μου ανάσα ενοχλούσε την άμμο.

Advertisements

Τη λένε Edet κι έχει έναν μαύρο κύκλο κάτω απ’ το ένα μάτι. Φεγγοβολά μόνο όταν είναι μόνη και φορά πάντα καστόρινα παπούτσια, ζεστά και καφετιά. Έχει μια γλάστρα κάτω απ’ το κρεββάτι της και την ταΐζει ανάλατα κρακεράκια πρωί-μεσημέρι-βράδυ. Ξέρει ότι το νερό τελειώνει, γι αυτό βουτάει σε λίμνες και σε συντριβάνια ακόμα και το χειμώνα.

Τη λένε Edet και δεν είμαι εγώ. Σταματάει πάντα στα κόκκινα φανάρια γιατί δεν της αρέσει το κόκκινο· περιμένει να γίνει πράσινο για να περάσει κάτω από αρεστό φως. Καταπίνει ρόγες από σταφύλια γρήγορα, τραγουδάει ξεδιάντροπα, χαΐδεύει τις γάτες μόνο και μόνο για να πάρει απόλαυση. Χαϊδεύει μόνο τις όμορφες γάτες.

Τη λένε Edet και δεν μπορώ να τη μισήσω, τα μάτια της είναι κλειστά και ξέρω πως πίσω τους κρύβουν πανσέδες. Βλέπει τις σταγόνες της βροχής στα τζάμια των αυτοκινήτων και προσπαθεί να μαντέψει πότε κάποια θα κυλήσει, και ποια. Έχει τρεις μήνες που έκοψε το κάπνισμα και ακόμα μασάει τσίχλες με γεύση βερύκοκο.

Τη λένε Edet κι είναι ένα μυστήριο που όταν το λύσεις θα καταλάβεις πως η λύση του ήταν πάντα προφανής. Πίνει καφέ τα πρωινά της Κυριακής, όταν δεν παίζει τέννις, τρώει μόνο το κομμάτι που γράφει ‘Lacta’ απ’ τις σοκολάτες Lacta, κι ίσως και να μην υπάρχει.

Τη λένε Edet, και παρ’ όλο που ίσως και να μην υπάρχει, θα πεθάνει.
Θα πεθάνει.