Αν δεν μπορώ να περπατήσω
όταν έρθει η ώρα
θα πω να με φέρουν σηκωτή
με το κρεββάτι
με τον ουρανό
σαν πριγκήπισσα
μιας άγριας ανατολής
θα έρθω μ ένα καραβάνι
κόκκινους
και χρυσούς ελέφαντες
όταν έρθει η ώρα
κάτω από ένα ξεχαρβαλωμένο σανίδι
στο πάτωμα
έχω κρύψει μικρά πουλιά
που δεν μπορούν
να βγάλουν το χειμώνα
τά χω κρύψει καλά
καμμιά φορά πεταρίζουν
και με ξυπνάνε
τη νύχτα
ανοίγω τα μάτια
και βλέπω ένα παιδί-αυτοκράτορα
να κάνει νόημα
με το χέρι
κι ένα κεφάλι
να κυλάει στο χώμα.

Ανάμεσα στους παλμούς – ό,τι υπάρχει εκεί μου παίρνει κάτι, ξεκολάει κάτι από πάνω μου, από μέσα μου, ανάσες, τρίχες, ξεραμένα κομμάτια λάσπης. Κοιτάω προς το σκοτάδι, διακρίνονται άνθρωποι που δε με ξέρουν, δεν τους ξέρω, άνθρωποι που γνώρισα κάποτε και όταν πέθαναν αντικαταστάθηκαν από άλλους που δεν τους μοιάζουν.

Ανάμεσά τους ο μεγάλος νεκρός που γύρισε στη ζωή με μια έκρηξη κρότου λάμψης προσπαθεί να χορέψει αδέξια μα είναι άλλος, γύρισε κάτω απ’ τον ουρανό με δυο πόδια, δυο χέρια κι ένα κεφάλι αλλά η υφή του δέρματός του είναι διαφορετική, είναι παραγεμισμένος με ακατανόητες ουσίες κι εκεί στις κόγχες που κάποτε ήταν τα μάτια του φωσφορίζει μια ξένη λέξη που επαναλαμβάνεται μέχρι να χαθεί.

Έχοντας έντονα την αίσθηση πως δεν έχω πεθάνει ακόμα συνεχίζω να χορεύω αφήνοντας πίσω μου ό,τι ξεφλουδίζει και πέφτει, φυτεύοντας κάτω βουναλάκια από αταίριαστες αφηγήσεις, προσεχτικά κομμένα στρογγυλά νύχια, σίδερα και λέπια δράκων.

Όταν χτυπάει η καμπάνα καταλαβαίνω πως η νύχτα έχει τελειώσει. Αν πρέπει να ξημερώσει κάπου καλύτερα να ξημερώσει εδώ. Ο ήλιος προστάζει να σταματήσει η κίνηση και τα μάτια μου σαρώνουν το έδαφος αδιάφορα. Δεν θα έρθουν οδοκαθαριστές, θα τα μαζέψουμε εμείς. Λίγη ώρα μετά ζωντανοί και πεθαμένοι κατεβαίνουν το λόφο τρέχοντας προς όλες τις κατευθύνσεις, σαν κατσαρίδες. Μερικοί ποτίζουν τα άγρια φυτά με τα δερμάτινα φύλλα δίπλα στον ξύλινο φράχτη. Τρία καπέλα κουτρουβαλάνε το λόφο μαζί με μας, το ένα γεμάτο με αριθμούς, το άλλο με λέξεις, και το τρίτο με οικοδομικά υλικά και αποτσίγαρα.

Θες ένα; Μου λέει κάποιος με μακρυά μαλλιά. Έτσι κι αλλοιώς θα κάνω μπάνιο, του λέω και φοράω το τρίτο καπέλο λίγο στραβά.

Έκανα μπάνιο τελικά αλλά δεν έπλυνα τα μαλλιά μου. Κοιμήθηκα με το καπέλο. Το πρωί καθώς κοιμόμουν βγήκε από μέσα κάτι φριχτό που μου δάγκωνε το στέρνο και τα δάχτυλα, μια ζωγραφιά με ανάποδη βαρύτητα που παραλίγο να με σκοτώσει και μια κοπέλα που με φίλησε και μου έδειξε τα δόντια της φιλικά.

Και τη νύχτα, αααχ, τη νύχτα, τη νύχτα οι κροκέτες τραγουδούσαν! Άρπαζαν η μια την άλλη απ’ τη μέση με τα αόρατα χέρια τους και χόρευαν τραγουδώντας και πήδαγαν και γέλαγαν και σκαρφάλωναν στα δέντρα και στους στύλους της ΔΕΗ. Όσες δεν ήθελαν να χορέψουν πέταγαν τραπουλόχαρτα η μια στην άλλη σφυρίζοντας, κι όσες δεν ήξεραν να σφυριζουν κοπανούσαν κατσαρόλες με ξύλινες κουτάλες. Τη μέρα φυσικά τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Βαθύς ύπνος έπεφτε στο δάσος και στους δρόμους και στα κενά ανάμεσα στις πολυκατοικίες που μοιάζουν με δρόμους αλλά δεν είναι (ή μήπως είναι; έχει περάσει πολύς καιρός κι ίσως να μη θυμάμαι καλά…). Βαθύς ύπνος έπεφτε και μέσα στο πηγάδι, μέσα στο γήπεδο, μέσα στο γουδί, μέσα στις ποντικοπαγίδες και στα περιοδικά. Βαθύς ύπνος έπεφτε και στο γκρεμό και μέσα στις τρομπέττες. Δεν άκουγες ούτε ροχαλητό, ούτε μουρμουρητό, ούτε καν ένα στριφογύρισμα. Δεν άκουγες τίποτε κι αναρωτιόσουν αν σου έκλεψαν τ΄αυτιά σου ή αν όντως δεν ακούγεται κιχ. Κι ύστερα πάλι ερχόταν η νύχτα, κάθε μέρα μια διαφορετική ώρα, άλλοτε μια ώρα φωτεινή, άλλοτε μια ώρα σκοτεινή, άλλοτε βροχερή κι άλλοτε στεγνή και λυπημένη. Και μερικές μέρες δεν ερχόταν, και τότε τα δέντρα έσκυβαν τα κλαριά τους κι αναστέναζαν, κι οι αναστεναγμοί τους έσπαγαν τη σιωπή κι άγγιζες τ’ αυτιά σου ανακουφισμένος, κι ήξερες πως η νύχτα δεν μπορεί ν’ αργήσει πολύ ακόμα, και πως όσο κι αν αργήσει (γιατί ακόμα και το λίγο μοιάζει πολύ όταν χάνεται) θα ξανάρθει.

Τα μάτια μου μισοκλείνουν θαμπωμένα. Ψάχνω να βρω από πού έρχεται το φως που δεν μπορώ να εντοπίσω. Δεν μπορεί παρά να έρχεται απ’ τον ουρανό, αλλά δυσκολεύομαι να το πιστέψω γιατί όταν κοιτάζω ψηλά βλέπω έναν πελώριο γκρίζο ελέφαντα να τον κρύβει απ’ άκρη σ’ άκρη, να καλύπτει τα σύννεφα, τον αέρα, το καθαρό πρόσωπο του φωτός. Το βλέμμα μου σκοντάφτει στις ζάρες του κορμιού του. Απέναντί μου ένας άνδρας με σκούρο δέρμα, πράσινο φτέρωμα και χρυσές αλυσίδες καπνίζει. Περιμένουμε το φέρρυ που θα μας περάσει απέναντι. Μέσα στο νερό που απλώνεται μπροστά μου και πίσω του καθρεφτίζεται το πελώριο θηλαστικό. Το κοιτάζω να τρέμει και να σαλεύει μαζί με το νερό.

Όταν το φέρρυ φτάνει μας τραβάει σαν μαγνήτης. Μπαίνουμε στο ανοιχτό στόμα του. Ένας χάλκινος ήχος γεμίζει μια αλυσίδα από στιγμές, και μας παίρνει ο αέρας.

Έπειτα από πρόσκληση του αξιότιμου κ. Χάρη Σ. Θρώγκου:

– Γιατί κλαις;

Γιατί γνωρίζω πως είμαι [και όχι πώς είμαι].

– Γιατί δεν κλαις;

Γιατί το ξεχνάω.

– Πού είναι ο βάλτος;

Α, αυτό είναι εύκολο. Νά, εκεί. Πίσω απ’ το τελευταίο δέντρο.

– Ποιος και πού είναι ο δεσμοφύλακας;

Ω, μα είναι ο κύριος Τοτ – και είναι απ’ έξω.

– Πού συναντάς μία εντελώς δική σου άβυσσο;

Στα σοκολατάκια Τζοκόντα.

– Περιφρονείς κάτι;

Ναι, αλλά μόνο όταν βρέχει.

– Θα ερωτευόσουν για πάντα;

Είμαι ήδη ερωτευμένη για πάντα [και για κοάλα].

– Γιατί πωλούνται τα «έργα τέχνης»;

Γιατί το ντους έχει διαρροή με αποτέλεσμα να βρέχει στην κουζίνα.

– Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;

Μου κάνει το ίδιο, γιατί η απάντηση μου θα ήταν η ίδια.

– Do you remember revolution?

I remember everything.

– Θα ανέβαινες ένα βουνό αν το επέβαλλε το ωροσκόπιό σου;

Αν ερχόσουν για παρέα…

– Θα σκότωνες τον παππού σου αν το τζάμι δεν έσπαγε απ’ τον πάγο;

Το εγχείρημα θα παρουσίαζε δυσκολία – είναι μέλος της Αόρατης Χορωδίας [one voice per part, για να μην ξεχνιόμαστε].

– Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;

Θα προτιμούσα να μου στήσει παρτέρι, αλλά στην ανάγκη…

– Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε απ’ το νόμο;

Συμφωνώ με τον κ. Θρώγκο.

– Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε τα μεσάνυχτα απ’ την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών, αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;

Θα το εξέταζα εξονυχιστικά.

– Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν 10 λαχταριστά εκλέρ;

Θα περίμενα κάποια καλύτερη προσφορά.

– Θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τα αστέρια;

Ναι, αν το ήθελες κι εσύ.

– Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;

Στατιστικά, όχι.