Αρχείο

Ποίησις

Δυο γοργόνες
ισορροπούν στις ουρές τους
απέναντι
πάνω σε γύψινα κολωνάκια
εκκλησάκι 99 ευρώ
χώμα 1 ευρώ

ξέρεις τι διαφθορα υπάρχει στην επαρχία;
αυτή που μένει στη στροφή στον Άγιο Αθανάσιο
την πιάσανε στο κρεββάτι με τον κηπουρό
δυο αστροναύτες
με πυρίμαχες στολές
άσπρες
τους καημένους
τους έκοψαν τα βαρέα κι ανθυγιεινά
και τα μαλλιά τους
για να μη μοιάζουν με τον Ιησού
δεν είναι μπάτε σκύλοι αλέστε το κατ’ εικόνα

κρέατα πουλάει ο άντρας της
βγάζει λεφτά τι θαρρείς εσύ
κέρματα χαρτονομίσματα
τα κέρματα τα κρατάνε στο σπίτι
για να πετροβολάν ρουφιάνους
γιατί τα πεντοχίλιαρα δεν είναι πετσετάκια
πέφτουν
δεν έχει χώρο πάνω στην τηλεόραση επειδή είναι φλατ σκρην

πάλι καλά που δεν κάνανε και κανένα παιδί

έλα ν’ αγαπηθούμε
σε πεδιάδες ανάλυσης μηδενικής
μόνο σημείο επαφής
τα ψευδοπόδια του εγώ μας

έλα ν’ αγαπηθούμε
στις παρυφές της ηθικής
χωρίς το στίγμα της ντροπής
των μικροαστικών των εαυτών μας

αποδομητικά πουλιά
σκίζουν τους ουρανούς της πόλης
κι αν πεις πως ήμουνα καριόλης
κάτι δεν έκανες σωστά

αποδομητικά πουλιά
θα πει αγάπη στο περίπου
κι αν έψαχνες το ακριβώς
κουκλίτσα μου διαφωτισμός
διαφωτισμός

έλα ν’ αγαπηθούμε
στον μέσα χώρο της στιγμής
στο κλείσιμο μιας εποχής
στο επέκεινα των εαυτών μας

αποδομητικά πουλιά […]

έλα ν’ αγαπηθούμε
μέχρι να βαρεθούμε
έλα ν’ αγαπηθούμε
αλλά όχι και πάρα πολύ

~

[Όταν η Λουίζα Δολόξα συναντάει την Αγία Κοάλα.]

Αν δεν μπορώ να περπατήσω
όταν έρθει η ώρα
θα πω να με φέρουν σηκωτή
με το κρεββάτι
με τον ουρανό
σαν πριγκήπισσα
μιας άγριας ανατολής
θα έρθω μ ένα καραβάνι
κόκκινους
και χρυσούς ελέφαντες
όταν έρθει η ώρα
κάτω από ένα ξεχαρβαλωμένο σανίδι
στο πάτωμα
έχω κρύψει μικρά πουλιά
που δεν μπορούν
να βγάλουν το χειμώνα
τά χω κρύψει καλά
καμμιά φορά πεταρίζουν
και με ξυπνάνε
τη νύχτα
ανοίγω τα μάτια
και βλέπω ένα παιδί-αυτοκράτορα
να κάνει νόημα
με το χέρι
κι ένα κεφάλι
να κυλάει στο χώμα.

Ανάμεσα στους παλμούς – ό,τι υπάρχει εκεί μου παίρνει κάτι, ξεκολάει κάτι από πάνω μου, από μέσα μου, ανάσες, τρίχες, ξεραμένα κομμάτια λάσπης. Κοιτάω προς το σκοτάδι, διακρίνονται άνθρωποι που δε με ξέρουν, δεν τους ξέρω, άνθρωποι που γνώρισα κάποτε και όταν πέθαναν αντικαταστάθηκαν από άλλους που δεν τους μοιάζουν.

Ανάμεσά τους ο μεγάλος νεκρός που γύρισε στη ζωή με μια έκρηξη κρότου λάμψης προσπαθεί να χορέψει αδέξια μα είναι άλλος, γύρισε κάτω απ’ τον ουρανό με δυο πόδια, δυο χέρια κι ένα κεφάλι αλλά η υφή του δέρματός του είναι διαφορετική, είναι παραγεμισμένος με ακατανόητες ουσίες κι εκεί στις κόγχες που κάποτε ήταν τα μάτια του φωσφορίζει μια ξένη λέξη που επαναλαμβάνεται μέχρι να χαθεί.

Έχοντας έντονα την αίσθηση πως δεν έχω πεθάνει ακόμα συνεχίζω να χορεύω αφήνοντας πίσω μου ό,τι ξεφλουδίζει και πέφτει, φυτεύοντας κάτω βουναλάκια από αταίριαστες αφηγήσεις, προσεχτικά κομμένα στρογγυλά νύχια, σίδερα και λέπια δράκων.

Όταν χτυπάει η καμπάνα καταλαβαίνω πως η νύχτα έχει τελειώσει. Αν πρέπει να ξημερώσει κάπου καλύτερα να ξημερώσει εδώ. Ο ήλιος προστάζει να σταματήσει η κίνηση και τα μάτια μου σαρώνουν το έδαφος αδιάφορα. Δεν θα έρθουν οδοκαθαριστές, θα τα μαζέψουμε εμείς. Λίγη ώρα μετά ζωντανοί και πεθαμένοι κατεβαίνουν το λόφο τρέχοντας προς όλες τις κατευθύνσεις, σαν κατσαρίδες. Μερικοί ποτίζουν τα άγρια φυτά με τα δερμάτινα φύλλα δίπλα στον ξύλινο φράχτη. Τρία καπέλα κουτρουβαλάνε το λόφο μαζί με μας, το ένα γεμάτο με αριθμούς, το άλλο με λέξεις, και το τρίτο με οικοδομικά υλικά και αποτσίγαρα.

Θες ένα; Μου λέει κάποιος με μακρυά μαλλιά. Έτσι κι αλλοιώς θα κάνω μπάνιο, του λέω και φοράω το τρίτο καπέλο λίγο στραβά.

Έκανα μπάνιο τελικά αλλά δεν έπλυνα τα μαλλιά μου. Κοιμήθηκα με το καπέλο. Το πρωί καθώς κοιμόμουν βγήκε από μέσα κάτι φριχτό που μου δάγκωνε το στέρνο και τα δάχτυλα, μια ζωγραφιά με ανάποδη βαρύτητα που παραλίγο να με σκοτώσει και μια κοπέλα που με φίλησε και μου έδειξε τα δόντια της φιλικά.