Αρχείο

Μάλλον όχι Ποίησις

Τα μάτια μου μισοκλείνουν θαμπωμένα. Ψάχνω να βρω από πού έρχεται το φως που δεν μπορώ να εντοπίσω. Δεν μπορεί παρά να έρχεται απ’ τον ουρανό, αλλά δυσκολεύομαι να το πιστέψω γιατί όταν κοιτάζω ψηλά βλέπω έναν πελώριο γκρίζο ελέφαντα να τον κρύβει απ’ άκρη σ’ άκρη, να καλύπτει τα σύννεφα, τον αέρα, το καθαρό πρόσωπο του φωτός. Το βλέμμα μου σκοντάφτει στις ζάρες του κορμιού του. Απέναντί μου ένας άνδρας με σκούρο δέρμα, πράσινο φτέρωμα και χρυσές αλυσίδες καπνίζει. Περιμένουμε το φέρρυ που θα μας περάσει απέναντι. Μέσα στο νερό που απλώνεται μπροστά μου και πίσω του καθρεφτίζεται το πελώριο θηλαστικό. Το κοιτάζω να τρέμει και να σαλεύει μαζί με το νερό.

Όταν το φέρρυ φτάνει μας τραβάει σαν μαγνήτης. Μπαίνουμε στο ανοιχτό στόμα του. Ένας χάλκινος ήχος γεμίζει μια αλυσίδα από στιγμές, και μας παίρνει ο αέρας.

Χτες είδα στον ύπνο μου φλούδες μανταρίνι να σιγοκαίγονται πάνω σε μια ξυλόσομπα και μια διπλή φούγκα που κράτησε για πάντα.

Κι ύστερα το πάντα πέρασε κι η φούγκα έσπασε κι έγινε δρόμοι.
Κι ύστερα ο τελευταίος απ’ τους δρόμους τέλειωσε κι είδα τότε τον τελευταίο σταθμό τραίνων του κόσμου
όπου κανένα τραίνο δε σταματάει, παρά την τεράστια κόκκινη πινακίδα που γράφει πάνω της STOP με Helvetica bold.

Είδα ότι μου έκλεψαν τα μαλλιά και το χαμόγελό μου.
Είδα ένα κορίτσι τυχαίο, σαν όλα τ’ άλλα.
Είδα μυστήρια πράμματα.

Έχω ένα φίλο που τα κλαδιά του πυκνώνουν. Όπως όλοι μας, ετοιμάζεται να στολίσει χριστουγεννιάτικο δέντρο στην κουζίνα του, εκεί δίπλα στη φωτιά με την εσπρεσσιέρα που ψήνει καφέ στα μουλωχτά κι όταν ανοίγει μυρίζει ως εδώ. Κι είναι πολύ μακρυά εδώ. Εδώ έχει ζεστό νερό, και φτερά, και κάστρα. Εκεί όχι. Εκεί έχει μεγάλα μπαλκόνια, και ζέστη, και συνθήματα σε χιλιοβαμμένους τοίχους. Μου αρέσουν οι τοίχοι. Να τους αγγίζω. Να τους φιλάω. Να τους ζωγραφίζω. Να γράφω κι εγώ πάνω τους. Να τους ρίχνω. Προπαντός να τους ρίχνω.

Τι λέγαμε; Α ναι, έχω ένα φίλο που τα κλαδιά του πυκνώνουν και θα στολίσει χριστουγεννιάτικο δέντρο με γράμματα και κλειδιά του ντο κρεμμασμένα ίσια κι ανάποδα. Ίσια κι ανάποδα, γιατί όταν πιάνει ομίχλη γύρω του της δίνει πολλά σχήματα. Όταν βρέχει στάζει στο χώμα. Όταν έχει ήλιο φοράει παράξενα καπέλα. Όταν ρίχνει χαλάζι θυμάται κάτι αδιόρατο, κι όταν χιονίζει φτιάχνει καινούριες λέξεις που καμμιά φορά τις έχω δει στον ύπνο μου.

Τη λένε Edet κι έχει έναν μαύρο κύκλο κάτω απ’ το ένα μάτι. Φεγγοβολά μόνο όταν είναι μόνη και φορά πάντα καστόρινα παπούτσια, ζεστά και καφετιά. Έχει μια γλάστρα κάτω απ’ το κρεββάτι της και την ταΐζει ανάλατα κρακεράκια πρωί-μεσημέρι-βράδυ. Ξέρει ότι το νερό τελειώνει, γι αυτό βουτάει σε λίμνες και σε συντριβάνια ακόμα και το χειμώνα.

Τη λένε Edet και δεν είμαι εγώ. Σταματάει πάντα στα κόκκινα φανάρια γιατί δεν της αρέσει το κόκκινο· περιμένει να γίνει πράσινο για να περάσει κάτω από αρεστό φως. Καταπίνει ρόγες από σταφύλια γρήγορα, τραγουδάει ξεδιάντροπα, χαΐδεύει τις γάτες μόνο και μόνο για να πάρει απόλαυση. Χαϊδεύει μόνο τις όμορφες γάτες.

Τη λένε Edet και δεν μπορώ να τη μισήσω, τα μάτια της είναι κλειστά και ξέρω πως πίσω τους κρύβουν πανσέδες. Βλέπει τις σταγόνες της βροχής στα τζάμια των αυτοκινήτων και προσπαθεί να μαντέψει πότε κάποια θα κυλήσει, και ποια. Έχει τρεις μήνες που έκοψε το κάπνισμα και ακόμα μασάει τσίχλες με γεύση βερύκοκο.

Τη λένε Edet κι είναι ένα μυστήριο που όταν το λύσεις θα καταλάβεις πως η λύση του ήταν πάντα προφανής. Πίνει καφέ τα πρωινά της Κυριακής, όταν δεν παίζει τέννις, τρώει μόνο το κομμάτι που γράφει ‘Lacta’ απ’ τις σοκολάτες Lacta, κι ίσως και να μην υπάρχει.

Τη λένε Edet, και παρ’ όλο που ίσως και να μην υπάρχει, θα πεθάνει.
Θα πεθάνει.