Αρχείο

Monthly Archives: Ιουλίου 2011

Ανάμεσα στους παλμούς – ό,τι υπάρχει εκεί μου παίρνει κάτι, ξεκολάει κάτι από πάνω μου, από μέσα μου, ανάσες, τρίχες, ξεραμένα κομμάτια λάσπης. Κοιτάω προς το σκοτάδι, διακρίνονται άνθρωποι που δε με ξέρουν, δεν τους ξέρω, άνθρωποι που γνώρισα κάποτε και όταν πέθαναν αντικαταστάθηκαν από άλλους που δεν τους μοιάζουν.

Ανάμεσά τους ο μεγάλος νεκρός που γύρισε στη ζωή με μια έκρηξη κρότου λάμψης προσπαθεί να χορέψει αδέξια μα είναι άλλος, γύρισε κάτω απ’ τον ουρανό με δυο πόδια, δυο χέρια κι ένα κεφάλι αλλά η υφή του δέρματός του είναι διαφορετική, είναι παραγεμισμένος με ακατανόητες ουσίες κι εκεί στις κόγχες που κάποτε ήταν τα μάτια του φωσφορίζει μια ξένη λέξη που επαναλαμβάνεται μέχρι να χαθεί.

Έχοντας έντονα την αίσθηση πως δεν έχω πεθάνει ακόμα συνεχίζω να χορεύω αφήνοντας πίσω μου ό,τι ξεφλουδίζει και πέφτει, φυτεύοντας κάτω βουναλάκια από αταίριαστες αφηγήσεις, προσεχτικά κομμένα στρογγυλά νύχια, σίδερα και λέπια δράκων.

Όταν χτυπάει η καμπάνα καταλαβαίνω πως η νύχτα έχει τελειώσει. Αν πρέπει να ξημερώσει κάπου καλύτερα να ξημερώσει εδώ. Ο ήλιος προστάζει να σταματήσει η κίνηση και τα μάτια μου σαρώνουν το έδαφος αδιάφορα. Δεν θα έρθουν οδοκαθαριστές, θα τα μαζέψουμε εμείς. Λίγη ώρα μετά ζωντανοί και πεθαμένοι κατεβαίνουν το λόφο τρέχοντας προς όλες τις κατευθύνσεις, σαν κατσαρίδες. Μερικοί ποτίζουν τα άγρια φυτά με τα δερμάτινα φύλλα δίπλα στον ξύλινο φράχτη. Τρία καπέλα κουτρουβαλάνε το λόφο μαζί με μας, το ένα γεμάτο με αριθμούς, το άλλο με λέξεις, και το τρίτο με οικοδομικά υλικά και αποτσίγαρα.

Θες ένα; Μου λέει κάποιος με μακρυά μαλλιά. Έτσι κι αλλοιώς θα κάνω μπάνιο, του λέω και φοράω το τρίτο καπέλο λίγο στραβά.

Έκανα μπάνιο τελικά αλλά δεν έπλυνα τα μαλλιά μου. Κοιμήθηκα με το καπέλο. Το πρωί καθώς κοιμόμουν βγήκε από μέσα κάτι φριχτό που μου δάγκωνε το στέρνο και τα δάχτυλα, μια ζωγραφιά με ανάποδη βαρύτητα που παραλίγο να με σκοτώσει και μια κοπέλα που με φίλησε και μου έδειξε τα δόντια της φιλικά.

Advertisements