Αρχείο

Monthly Archives: Ιουνίου 2011

Και τη νύχτα, αααχ, τη νύχτα, τη νύχτα οι κροκέτες τραγουδούσαν! Άρπαζαν η μια την άλλη απ’ τη μέση με τα αόρατα χέρια τους και χόρευαν τραγουδώντας και πήδαγαν και γέλαγαν και σκαρφάλωναν στα δέντρα και στους στύλους της ΔΕΗ. Όσες δεν ήθελαν να χορέψουν πέταγαν τραπουλόχαρτα η μια στην άλλη σφυρίζοντας, κι όσες δεν ήξεραν να σφυριζουν κοπανούσαν κατσαρόλες με ξύλινες κουτάλες. Τη μέρα φυσικά τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Βαθύς ύπνος έπεφτε στο δάσος και στους δρόμους και στα κενά ανάμεσα στις πολυκατοικίες που μοιάζουν με δρόμους αλλά δεν είναι (ή μήπως είναι; έχει περάσει πολύς καιρός κι ίσως να μη θυμάμαι καλά…). Βαθύς ύπνος έπεφτε και μέσα στο πηγάδι, μέσα στο γήπεδο, μέσα στο γουδί, μέσα στις ποντικοπαγίδες και στα περιοδικά. Βαθύς ύπνος έπεφτε και στο γκρεμό και μέσα στις τρομπέττες. Δεν άκουγες ούτε ροχαλητό, ούτε μουρμουρητό, ούτε καν ένα στριφογύρισμα. Δεν άκουγες τίποτε κι αναρωτιόσουν αν σου έκλεψαν τ΄αυτιά σου ή αν όντως δεν ακούγεται κιχ. Κι ύστερα πάλι ερχόταν η νύχτα, κάθε μέρα μια διαφορετική ώρα, άλλοτε μια ώρα φωτεινή, άλλοτε μια ώρα σκοτεινή, άλλοτε βροχερή κι άλλοτε στεγνή και λυπημένη. Και μερικές μέρες δεν ερχόταν, και τότε τα δέντρα έσκυβαν τα κλαριά τους κι αναστέναζαν, κι οι αναστεναγμοί τους έσπαγαν τη σιωπή κι άγγιζες τ’ αυτιά σου ανακουφισμένος, κι ήξερες πως η νύχτα δεν μπορεί ν’ αργήσει πολύ ακόμα, και πως όσο κι αν αργήσει (γιατί ακόμα και το λίγο μοιάζει πολύ όταν χάνεται) θα ξανάρθει.

Advertisements

Τα μάτια μου μισοκλείνουν θαμπωμένα. Ψάχνω να βρω από πού έρχεται το φως που δεν μπορώ να εντοπίσω. Δεν μπορεί παρά να έρχεται απ’ τον ουρανό, αλλά δυσκολεύομαι να το πιστέψω γιατί όταν κοιτάζω ψηλά βλέπω έναν πελώριο γκρίζο ελέφαντα να τον κρύβει απ’ άκρη σ’ άκρη, να καλύπτει τα σύννεφα, τον αέρα, το καθαρό πρόσωπο του φωτός. Το βλέμμα μου σκοντάφτει στις ζάρες του κορμιού του. Απέναντί μου ένας άνδρας με σκούρο δέρμα, πράσινο φτέρωμα και χρυσές αλυσίδες καπνίζει. Περιμένουμε το φέρρυ που θα μας περάσει απέναντι. Μέσα στο νερό που απλώνεται μπροστά μου και πίσω του καθρεφτίζεται το πελώριο θηλαστικό. Το κοιτάζω να τρέμει και να σαλεύει μαζί με το νερό.

Όταν το φέρρυ φτάνει μας τραβάει σαν μαγνήτης. Μπαίνουμε στο ανοιχτό στόμα του. Ένας χάλκινος ήχος γεμίζει μια αλυσίδα από στιγμές, και μας παίρνει ο αέρας.