Αναρτήθηκε στις Miscellanea | Με ετικέτα σουτζουκάκια σμυρνέικα, τριγλυκερίδια, υγεία, καφεΐνη, ομορφιά | 2 σχόλια »
Έπειτα από πρόσκληση του αξιότιμου κ. Χάρη Σ. Θρώγκου:
- Γιατί κλαις;
Γιατί γνωρίζω πως είμαι [και όχι πώς είμαι].
- Γιατί δεν κλαις;
Γιατί το ξεχνάω.
- Πού είναι ο βάλτος;
Α, αυτό είναι εύκολο. Νά, εκεί. Πίσω απ’ το τελευταίο δέντρο.
- Ποιος και πού είναι ο δεσμοφύλακας;
Ω, μα είναι ο κύριος Τοτ - και είναι απ’ έξω.
- Πού συναντάς μία εντελώς δική σου άβυσσο;
Στα σοκολατάκια Τζοκόντα.
- Περιφρονείς κάτι;
Ναι, αλλά μόνο όταν βρέχει.
- Θα ερωτευόσουν για πάντα;
Είμαι ήδη ερωτευμένη για πάντα [και για κοάλα].
- Γιατί πωλούνται τα “έργα τέχνης”;
Γιατί το ντους έχει διαρροή με αποτέλεσμα να βρέχει στην κουζίνα.
- Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;
Μου κάνει το ίδιο, γιατί η απάντηση μου θα ήταν η ίδια.
- Do you remember revolution?
I remember everything.
- Θα ανέβαινες ένα βουνό αν το επέβαλλε το ωροσκόπιό σου;
Αν ερχόσουν για παρέα…
- Θα σκότωνες τον παππού σου αν το τζάμι δεν έσπαγε απ’ τον πάγο;
Το εγχείρημα θα παρουσίαζε δυσκολία - είναι μέλος της Αόρατης Χορωδίας [one voice per part, για να μην ξεχνιόμαστε].
- Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
Θα προτιμούσα να μου στήσει παρτέρι, αλλά στην ανάγκη…
- Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε απ’ το νόμο;
Συμφωνώ με τον κ. Θρώγκο.
- Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε τα μεσάνυχτα απ’ την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών, αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;
Θα το εξέταζα εξονυχιστικά.
- Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν 10 λαχταριστά εκλέρ;
Θα περίμενα κάποια καλύτερη προσφορά.
- Θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τα αστέρια;
Ναι, αν το ήθελες κι εσύ.
- Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
Στατιστικά, όχι.
Αναρτήθηκε στις Miscellanea | Με ετικέτα στατιστική, σοκολατάκια Τζοκόντα, χαρταετός, Θείος Ανέστης, Κρέοντας, Κουνέλι του Πάσχα | Κανένα σχόλιο »
Αναρτήθηκε στις Miscellanea | Με ετικέτα πνευματικά δικαιώματα, σεξ, σκατζόχοιρος, βία, βούρτσα, μούσλι με γάλα και φράουλες, νοθεία | Κανένα σχόλιο »
Χτες είδα στον ύπνο μου φλούδες μανταρίνι να σιγοκαίγονται πάνω σε μια ξυλόσομπα και μια διπλή φούγκα που κράτησε για πάντα.
Κι ύστερα το πάντα πέρασε κι η φούγκα έσπασε κι έγινε δρόμοι.
Κι ύστερα ο τελευταίος απ’ τους δρόμους τέλειωσε κι είδα τότε τον τελευταίο σταθμό τραίνων του κόσμου
όπου κανένα τραίνο δε σταματάει, παρά την τεράστια κόκκινη πινακίδα που γράφει πάνω της STOP με Helvetica bold.
Είδα ότι μου έκλεψαν τα μαλλιά και το χαμόγελό μου.
Είδα ένα κορίτσι τυχαίο, σαν όλα τ’ άλλα.
Είδα μυστήρια πράμματα.
Αναρτήθηκε στις Αυτοαναφορικά | Με ετικέτα helvetica, τραίνα, φόβοι, φούγκα, χαμόγελο, όνειρα, δρόμοι, εφιάλτες, κορίτσι, μαλλιά, μανταρίνια | 4 σχόλια »
Αναρτήθηκε στις Miscellanea | Με ετικέτα 508 χρόνια Χριστούληδες, Albrecht Dürer, alleluja, dada, Ich bin die Auferstehung und das Licht, Ιάσων, Ορφέας, ευρωπαϊκό δίκαιο, κρύος καφές, κοτόπουλο με ρύζι, Jesus | 1 σχόλιο »
Έχω ένα φίλο που τα κλαδιά του πυκνώνουν. Όπως όλοι μας, ετοιμάζεται να στολίσει χριστουγεννιάτικο δέντρο στην κουζίνα του, εκεί δίπλα στη φωτιά με την εσπρεσσιέρα που ψήνει καφέ στα μουλωχτά κι όταν ανοίγει μυρίζει ως εδώ. Κι είναι πολύ μακρυά εδώ. Εδώ έχει ζεστό νερό, και φτερά, και κάστρα. Εκεί όχι. Εκεί έχει μεγάλα μπαλκόνια, και ζέστη, και συνθήματα σε χιλιοβαμμένους τοίχους. Μου αρέσουν οι τοίχοι. Να τους αγγίζω. Να τους φιλάω. Να τους ζωγραφίζω. Να γράφω κι εγώ πάνω τους. Να τους ρίχνω. Προπαντός να τους ρίχνω.
Τι λέγαμε; Α ναι, έχω ένα φίλο που τα κλαδιά του πυκνώνουν και θα στολίσει χριστουγεννιάτικο δέντρο με γράμματα και κλειδιά του ντο κρεμμασμένα ίσια κι ανάποδα. Ίσια κι ανάποδα, γιατί όταν πιάνει ομίχλη γύρω του της δίνει πολλά σχήματα. Όταν βρέχει στάζει στο χώμα. Όταν έχει ήλιο φοράει παράξενα καπέλα. Όταν ρίχνει χαλάζι θυμάται κάτι αδιόρατο, κι όταν χιονίζει φτιάχνει καινούριες λέξεις που καμμιά φορά τις έχω δει στον ύπνο μου.
Αναρτήθηκε στις Miscellanea | Με ετικέτα τοίχοι, χαλάζι, Θρώγκος, Χάρης, ίσια, ανάποδα, καπέλα, κλαδιά, λέξεις, ohm, throgos | 6 σχόλια »
Τη λένε Edet κι έχει έναν μαύρο κύκλο κάτω απ’ το ένα μάτι. Φεγγοβολά μόνο όταν είναι μόνη και φορά πάντα καστόρινα παπούτσια, ζεστά και καφετιά. Έχει μια γλάστρα κάτω απ’ το κρεββάτι της και την ταΐζει ανάλατα κρακεράκια πρωί-μεσημέρι-βράδυ. Ξέρει ότι το νερό τελειώνει, γι αυτό βουτάει σε λίμνες και σε συντριβάνια ακόμα και το χειμώνα.
Τη λένε Edet και δεν είμαι εγώ. Σταματάει πάντα στα κόκκινα φανάρια γιατί δεν της αρέσει το κόκκινο· περιμένει να γίνει πράσινο για να περάσει κάτω από αρεστό φως. Καταπίνει ρόγες από σταφύλια γρήγορα, τραγουδάει ξεδιάντροπα, χαΐδεύει τις γάτες μόνο και μόνο για να πάρει απόλαυση. Χαϊδεύει μόνο τις όμορφες γάτες.
Τη λένε Edet και δεν μπορώ να τη μισήσω, τα μάτια της είναι κλειστά και ξέρω πως πίσω τους κρύβουν πανσέδες. Βλέπει τις σταγόνες της βροχής στα τζάμια των αυτοκινήτων και προσπαθεί να μαντέψει πότε κάποια θα κυλήσει, και ποια. Έχει τρεις μήνες που έκοψε το κάπνισμα και ακόμα μασάει τσίχλες με γεύση βερύκοκο.
Τη λένε Edet κι είναι ένα μυστήριο που όταν το λύσεις θα καταλάβεις πως η λύση του ήταν πάντα προφανής. Πίνει καφέ τα πρωινά της Κυριακής, όταν δεν παίζει τέννις, τρώει μόνο το κομμάτι που γράφει ‘Lacta’ απ’ τις σοκολάτες Lacta, κι ίσως και να μην υπάρχει.
Τη λένε Edet, και παρ’ όλο που ίσως και να μην υπάρχει, θα πεθάνει.
Θα πεθάνει.
Αναρτήθηκε στις Miscellanea | Με ετικέτα Edet, φιλί με γεύση ροδάκινο, φιλί με γεύση βερύκοκο, αρχέτυπο, βερύκοκο, γάτες, εκμυστήρευση, θάνατος, κορίτσια που δεν αγαπούν, κονφεττί, ξεγνοιασιά, memento mori | 1 σχόλιο »
Αγαπητό καταραμένο φίδι,
Δε με νοιάζει να σου αρέσει το γράμμα μου, να το γράψω θέλω. Έτσι κι αλλοιώς δεν νομίζω να σου γράφουν και πολλοί.
Αν δεν γνωρίζω τη νεράιδα της Σταχτοπούτας πώς μπορώ να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου; Πάει καιρός που η αλήθεια των άλλων δεν [θα ήθελα να] είναι το προφανές. Γιατί λοιπόν να είναι η δική μου μύτη; [Κατα το: –ω, η θλίψη είναι state of mind, δεν είναι αληθινή, χαχά, ναι, μπορείς να την κάνεις καλά, να την κάνεις μπαλόνι με αϋπνία και να τη δέσεις κόμπο! (–Κι η χαρά τότε; Ε; Δε μιλά κανείς. Δε συμφέρει.)] Το βάθος δεν μπορεί παρά να είναι ίδιο για όλους, είτε περπατάνε με τσόκαρα στα Κάτω Πατήσια, είτε χορεύουν Courante. Νομίζω πως είτε έτσι θέλω να νομίζω, λόγω αληθινής λευκότητας, είτε έτσι είναι - παρ’ όλο που δεν με συμφέρει ούτε να είναι, ούτε να το νομίζω. Μάλλον δεν είναι. Ναιναί. Ράλαλα. Είπα την αλήθεια κι έκανα το λάθος να τη μεγαλώσω για να γεμίσει να γεμίσει να γεμίσει τον κόσμο. Έσκασε σα μπαλόνι. Παφ. Τώρα ανοίγω κρυφά μια μικρή τρύπα στα μπαλόνια με το ένα δόντι, και ρουφάω τον αέρα για νά ‘ναι λίγο τζούφια. [–Γιατί είναι έτσι φουσκωμένα τα μάγουλά σου; –Μου αρέσουν οι τρομπέτες!] Αννέττα-τρομπέτα, κούνα τ’ αυτιά σου και πέτα!
Κατά τα άλλα, όλα βαίνουν καλώς. Ένα στρώμα κι ένα σεντόνι πήραν τη θέση της κουρτίνας με τη βοήθεια μιας βαλίτσας, κι η βρώμα ηττήθηκε. Οι πυροβολισμοί διαδέχονται τον Couperin, τα κακά αγγλικά διαδέχονται τα καλά αγγλικά, τα ελληνικά διαδέχονται τα ισπανικά, και το τέρας στο νιπτήρα κάνει γαργάρες με τσάι μέντας με γεύση δυόσμου. Στο καλοριφέρ αρχίζουν να συνωστίζονται οι κάλτσες. Οι οργασμοί δεν είναι πια μοναχική υπόθεση. Στη ντουζιέρα με περιμένουν. Στο διάδρομο τα ποδήλατα. Πάντα θα βρέξει.
Με νοιάζουν πιο πολύ απ’ όσο θα έπρεπε τα κορίτσια που δεν αγαπούν, αλλά πιο πολύ με νοιάζω εγώ τώρα, πιο πολύ κι απ’ τη νεράιδα της Σταχτοπούτας. [Τώρα πια με νοιάζω εγώ πιο πολύ γιατί] κατέληξα μια φορά σ’ ένα μέρος όπου κανείς δεν πρέπει να πάει, όπου ο ουρανός κι ο ήλιος συνωμοτούν με μαχαίρια [όχι απ' τα ηδονικά, απ' τ' άλλα] κι εφιάλτες ενάντια στους ανθρώπους. Από τότε τρέμω μήπως ξαναγυρίσω εκεί, κι ύστερα φοβάμαι μήπως για να μην ξαναγυρίσω εκεί είμαι διατεθειμένη να στείλω τα κορίτσια που δεν αγαπούν εκεί [αλήθεια, μπορούν ν' αντιληφθούν το εκεί αυτά, άραγε;] μια και δυο και τρεις κι εφτά κι όσες φορές χρειαστεί, μήπως είμαι διατεθειμένη να σκοτώσω κατσαρίδες, αράχνες - ακόμα και τη νεράιδα της Σταχτοπούτας. Αιώνιο καταραμένο φίδι, φοβάμαι, ο φόβος με μικραίνει, φοβάμαι να τα πω όλα στον πατέρα μου κι έτσι τα λέω σ’ εσένα που καταλαβαίνεις από μικρότητα. Σκότωσα μιαν αράχνη σήμερα, καταλαβαίνεις; Σκότωσα, και δεν το είπα στον πατέρα ούτε πίσω απ’ την πόρτα της τουαλέττας. Ναι, φυσικά και το ξέρει, κι εγώ το ξέρω – λες να γνωρίζω τελικά τη νεράιδα της Σταχτοπούτας και να τη μαχαιρώνω προσεκτικά κρυφά απ’ τα χέρια μου τις νύχτες;
Κάνει μουσική εδώ όταν παίρνει να βραδυάζει. Πώς είναι ο καιρός εκεί; Άρχισαν να φεύγουν τα χελιδόνια; Φίδι, κάνει μουσική εδώ, και δεν έχω χειμερινά ρούχα, θα βγάλω το χειμώνα με τα φθινοπωρινά και δεν θέλω ν’ αρρωστήσω γιατί θ’ αρχίσω να παραμιλάω και θα μου φύγει ο αέρας απ’ το στόμα, κι ύστερα θα πληγωθούν οι τρομπέτες και δεν πρέπει. Πάντα παραμιλάω όταν αρρωσταίνω. Φοβάμαι μη μου ξεφύγουν λόγια γι’ αγγέλους και τέτοια, κουβέντες υπερφωτισμένες απ’ αυτές που κάνουν τα μάτια μου να διαστέλλονται, μήπως μου ξεφύγει πως είμαι μικρή σαν εσένα, φίδι, σαν τις πατημένες τσίχλες, σαν τα χνούδια που μαζεύονται ανάμεσα στα καλώδια κάθε βδομάδα, σαν όλα τ’ άλλα κορίτσια.
Τα κοάλα μασουλάνε νωχελικά, καταραμένο. Μασουλάνε νωχελικά κι ακόμα εύχομαι να νικάνε πάντα οι καλοί και να νικάω μόνο όταν είμαι καλή, μα όποτε είμαι [μόνο] καλή χάνω, και τα μπαλόνια σκάνε και κλαίνε και με βοηθάνε να γράφω αυτοβιογραφικές ιστορίες με πορτραίτα… Κάνει μουσική όταν παίρνει να βραδυάζει εδώ, σ’ το είπα; Κάνει μουσική και ψάχνω τη ζακέτα μου και ξεχνάω, κι ίσως τελικά να είμαι καλή, ίσως να μην είμαι τσίχλα και χνούδι, ίσως να μην πειράζει να εκπνέω φως – τι άλλο να κάνω όταν φως εισπνέω; – αντί να ρουφάω τις ψυχές απ’ τα μπαλόνια, ναι, ίσως να μη σκότωσα αυτή την αράχνη, ίσως να μη χρειαστεί ποτέ [πια;] να σκοτώσω, ίσως τα κορίτσια που δεν αγαπούν να είναι από έναν άλλο κόσμο, όλους τους κόσμους θέλω να τους αγαπώ μα δεν μπορώ, δεν μπορώ, δεν μπορώ, το σώμα μου δε μου φτάνει, συγγνώμη, ίσως να είμαι ένα παραχαϊδεμένο τριαντάφυλλο που δεν έχει λόγο να γράφει γράμματα σε καταραμένα φίδια γιατί κάνει μουσική όταν βραδυάζει, κι η μουσική με κρατά και μ’ αγκαλιάζει, [κάνε πατέρα να μην αγαπάει τους κακούς η μουσική...],
νά, του μίλησα του πατέρα, τώρα το γράμμα θα τελειώσει–
δεν θέλω να υπάρχεις έτσι απόλυτα μόνο, φίδι, κανείς, ούτε έτσι καταραμένο, ούτε θέλω τίποτα να μην έχει σημασία κι όλα νά ‘ναι πεπερασμένες λάμψεις, πεπερασμένα μικροσκοπικά καλώδια νηστικά ή καλοταϊσμένα μ’ απειροελάχιστο ρεύμα. Τέλος πάντων,
Καληνύχτα.
Αναρτήθηκε στις Αυτοαναφορικά | Με ετικέτα Couperin, courante, παραμύθια, πατέρας, πατημένες τσίχλες, ρεύμα, τριαντάφυλλα, τρομπέττες, τσίχλες, τουαλέττα, φόβος, φίδι, φιλοσοφία, Θεός, Σταχτοπούτα, αράχνη, διάβολος, εφιάλτες, εαυτός, καλώδια, κορίτσια, μπαλόνι, μαχαίρια, μουσική, νεράιδα | 1 σχόλιο »
Στο παραθαλάσσιο Άστρος το ψαράκι τσιμπάει. Τσιμπάει, σας λέω. Πάω να μπω στο νερό – ωραίο ήταν, καθαρό, δροσερό, διάφανο – κάνω δυο τρία βήματα, μπαίνω μέχρι τη μέση, τσαακ, κάτι με τσιμπάει. Τινάζομαι μία, ξανά, τσαααακ, στο άλλο κωλομέρι – ναι, στα κωλομέρια με τσίμπησε το άτιμο. Ήταν μια μεσήλιξ με οικολογικό υπερμεγέθες σωσίβιο δίπλα μου, γελούσε. “Δεν είναι τίποτα”, μου λέει, “τσιμπάει το ψαράκι στα μέρη μας εδώ, τσιμπάει αλλά δεν πειράζει, τίποτα δεν κάνει, όλοι το ξέρουν.”.
Επίσης, αν γλείφεις τα μαλλιά σου δεν κάνουν ψαλίδα. Εξακριβωμένα πράμματα. Από τις ψείρες όμως δε γλυτώνεις, γλείψιμο-ξεγλείψιμο. Ούτε από την πραγματικόπιττα.
Υ.Γ. Εσείς πώς γιορτάσατε του Αγίου Γκασμά; Εμείς ακούγαμε την αγάπη.
Αναρτήθηκε στις Miscellanea | Με ετικέτα πραγματικόπιττα, πραγματικότητα, Άστρος, Άγιος Κοσμάς, ψάρι, ψαράκι, ψείρες, Αγγελάκας, διακοπές | Κανένα σχόλιο »
Κάτω στο δρόμο βρίσκει κανείς πολλά πράμματα. Βόμβες, ολόδροσα κυπελλάκια από παγωτό, μασημένες τσίχλες, χτυπημένα ή και αχτύπητα εισητήρια, νομίσματα, χαρτονομίσματα, νερά από τα αιρκοντίσιον και καμμιά φορά και τη μυστηριώδη αλληλογραφία του γείτονα. Ή κάποιου, τέλος πάντων. Παρακαλούνται οι αλληλογράφοι να επικοινωνήσουν με την Αγία Κοάλα και το ευλόγιόν της πάραυτα, μιας και είναι εμφανές μέσα από την αλληλογραφία τους πως είναι αναγνώστες της, για να παραλάβουν την αλληλογραφία τους στη χάρτινη μορφή της, κάπως. Όλο και κάποιος τρόπος θα βρεθεί.
Η ευρεθείσα αλληλογραφία:
Πού είσαι; Ε;
Πώς πάει το γράφειν;
Εμένα άριστα. Επτά μέρες, δεκατέσσερη ποίηση.
Έλαβα το δέμα σου.
Έκστασις!
Θέλω να σου στείλω κιεγώ ΤΩΡΑ.
Ναι, ναι, ΝΑΙ.
Επίσης, εθεάθη άγαλμα του επιφανούς ποιητού Γιάννη Γ. Ρίκου στην Τουλώνη της Γαλλίας.
Το έμαθα από το blog της Αγίας Κοάλα.Με φροντίδα και προδέρμ,
η πρώτη σου σοκολάτα, και παντοτινή.
~
Χαίρετε,
ποιήματα βαίνουν καλώς
βέβαια το χθεσινό ξέχασε να γραφεί
ίσως και το προχθεσινό
αλλά θα αναπληρωθούν δεόντως
ίσως και υπερ-το-δεόντως.
Αν στείλεις δέμα θα το λάβω μάλλον μετά τις 5 του Ιουλίου του Καίσαρος
διότι
απλά δεν προλαμβάνεις να το στείλεις και να έρθει
καθώς
Παρασκευή αποχωρώ.
Θα τα πούμε
φέρε και το πούμα σου
και μην ξεχάσεις το πώμα.
Το πώμα.Με αγάπη,
η ογκοχρέωσή σου.~
Αχ,
θέλω κιεγώ να αποχωρώ στη Σέριφο μαζί σας.
Δεν εννοώ βέβαια πως η Σέριφος είναι ένα μεγάλο αποχωρητήριο,
αλλά καταλαβαίνεις.
Ο σουρρεαλισμός επιτέθηκε στα ποιήματά μου
και τους άρεσε.
Με το πώμα έχω βουλώσει την τρύπα του όμποε, για να μην ξεχάσω κανένα τους.Έχω μια αίσθηση πως κάποτε θα γίνουμε διάπυροι για τη [γρ]απτή τε και ηλεκτρονική αλληλογραφία μας. Ίσως να φταίει που με γαργαλάει στη μύτη σαν φτάρνισμα, και μετά φταρνίζομαι, δεν γίνεται δηλαδή εκείνο το ενοχλητικό πράμμα πουσουσταματάει το φτέρνισμα και νοιώθεις μια ήττα.
Ήτταν ένα μικ-ρο καράβι.
Με νοσταλγία,
Καιτούλα.
~
Αγαπητή Καιτούλα Μου,
Η Σέριφος περιμένει με τις ανοιχτές αγκάλες τις
και την επαύριο θα φύγομεν
και
πρέπει να κάνουμε ψώνια
και
πεινάω αρκετά
[καθώς, χθες πήγαμε και ήπηαμε ούζα]
[βέβαια φάγαμε και κάτι, αλλά δε δούλεψε]
και
πρέπει να πάω στο σχολείο τελευταία μέρα ως μαθητής να παραλάβω το απολυτήριον και τα τοιαύτα
και
πρέπει οπωσδήποτε να φάω κάτι (καθώς ως προείπα, πεινάω αρκετά)
και
οπωσδήποτε
η ζέστη έξω είναι αφόρητος
αλλά λιγότερο αφόρητος απ’ ότι χθες
και σίγουρα λιγότερο αφόρητος απ’ ότι προχθές.
Αυτά τα λίγα.Με πέος,
Σαράντης.
Αναρτήθηκε στις Miscellanea | Με ετικέτα πράμματα, πτώμα, πώμα, πέος, πούμα, φαλλός, Θείος Ανέστης, Καιτούλα, Σαράντης, Χάρης, γράμματα, επιστολές, εγώ την Καιτούλα την αγάπαγα, θάμματα, και μια σκατούλα κύριε, μια σαγιονάρα mitsuko, ολόδροσα κυπελλάκια από παγωτ | Κανένα σχόλιο »


